Tuesday, September 18, 2007

"Εισαγωγή σε βασικές έννοιες για την ερμηνεία της πραγματικότητας"

Έτσι είχα ονομάσει το 1994 τη συγγραφή των σκέψεων μου γύρω από βασικές έννοιες-κλειδιά, που με βοήθησαν να καταλάβω πράγματα τα οποία δεν καταλάβαινα με τη μέχρι τότε αναρχομαρξιστική μου κατάρτιση.

Τις βγάζω σε μπλόγκ τώρα γιατί μπορεί να βοηθήσουν και άλλους να καταλάβουν κάποια πράγματα παραπάνω από αυτά που ήδη έχουν αντιληφθεί.

Θα ήταν πολύ χρήσιμα, επίσης, τα σχόλια όσων μπορούν να συμβάλλουν στην περαιτέρω λειτουργική αποσαφήνιση αυτών των εννοιών, όπως παρουσιάζονται εδώ, αν και πολλές αποσαφηνίζονται στο συστηματικότερο σύγγραμμα που ακολούθησε, τις "Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας"

(Όσοι θέλουν να "κατεβάσουν" τα κείμενα για να τα τυπώσουν και να τα διαβάσουν καλύτερα, μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μου μέσω του email που θα βρουν στο profile)

1. Πρόλογος

Εφόσον ό,τι κάνουν οι άνθρωποι έχουν κάποιο λόγο να το κάνουν, τότε τι λόγος μου πέφτει εμένα να το σχολιάσω; Γιατί δεν ασχολούμαι με τον εαυτό μου και καταπιάνομαι με ερωτήματα γενικής φύσεως; Ποια ανησυχία με δικαιοδοτεί να μιλήσω εν ονόματι άλλου από εμένα; Τι είναι αυτό που με κάνει να αμφιβάλλω για τα πράγματα, αφού τα πράγματα έχουν όπως έχουν κι αν ήταν να είχαν αλλιώς θα είχαν αλλιώς; Τι παραπάνω να πει κανείς από αυτό;

Αν ό,τι φαίνεται είναι, τι ωφελεί να το συζητάμε;

Η απάντηση έρχεται από το συναίσθημα° το συναίσθημα της δυσφορίας. Το είδος της δυσφορίας που με οδηγεί στη συζήτηση γενικών θεμάτων δεν έχει να κάνει με κάποια προσωπική μου έλλειψη γιατί το αναγνωρίζω και στους άλλους. Άρα πηγάζει από αίτια βαθύτερα, από μία γενική συνθήκη που επηρεάζει τα άτομα και καθορίζει τη ψυχική τους διάθεση.

Αν η πραγματικότητα του ανθρώπου ήταν τέτοια που να τον έκανε να αισθάνεται πλήρης και αυτάρκης, τότε θα μπορούσαμε να δεχτούμε το αυταπόδεικτό της και να παραμερίσουμε κάθε ερώτημα και στοχασμό ως περιττό και άχρηστο. Από τη στιγμή που αυτό δεν συμβαίνει τότε η σκέψη υποχρεούται να κινηθεί για να καλύψει την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από την εκ-πλήρωσή του και η οποία του προκαλεί δυσφορία.

Το γεγονός ότι σε κάθε στιγμή όλα όσα συμβαίνουν αθροίζονται σε ένα όλον, όπου τίποτε δεν είναι περιττό κι όλα ισορροπούν μέσα σε αυτή τη στιγμή σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Απόδειξη, το γεγονός της δυσφορίας του. Η έλλειψή του μπορεί μεν να "ολοκληρώνεται" {να απαντιέται, να εξισορροπείται} με το συναίσθημα της δυσφορίας (ώστε να έχουμε το σε-κάθε-στιγμή-ολοκληρωμένο-σύνολο), αλλά αυτό δεν βοηθά να αποδεχτούμε μία κατάσταση όπου ναι μεν όλα αθροίζονται σε ένα όλον, μόνο που μέρος του αθροίσματος είναι και η δυσαρέσκεια μας για τον τρόπο που αθροιζόμαστε σε αυτό.

Έτσι η σκέψη ή θα αναλάβει να λύσει δυναμικά το πρόβλημα της έλλειψης ή θα αδρανήσει αποδεχόμενη μία κατάσταση που εξισορροπεί τη στενοχώρια με το σύμπτωμα της, την αρρώστια.

Αν ό,τι φαίνεται είναι, αυτό δεν είναι αρκετό για να σωπάσουμε όταν το είναι μας νοιώθει ελλιπές κι αυτό φαίνεται.

Monday, September 17, 2007

2. Εγώ και ο άλλος εσύ

Αυτό που με δικαιοδοτεί να μιλήσω εξ ονόματος άλλου από εμένα δεν είναι μόνον η κοινότητα μιας γενικής δυσφορίας, αλλά και η συνάρτηση της ίδιας της ευφορίας μου με τον άλλον εσένα.

Η αντίληψη ότι κάθε άτομο αποτελεί μία ξεχωριστή μονάδα που μπορεί να ολοκληρώσει την ταυτότητά του κατ' ιδίαν και να εκπληρωθεί από μόνο του, αγνοεί τις απαραίτητες συνδέσεις του ατόμου με τους άλλους που χρειάζεται για να εξασφαλίσει από τις στοιχειώδεις ανάγκες του μέχρι την εκπλήρωση των επιθυμιών του.

Αν η ευφορία του κάθε ατόμου χωριστά μετριέται από τον βαθμό που αυτό κατακτά την ταυτότητά του και νοιώθει μοναδικό, η μοναδικότητα αυτή έχει ανάγκη από τον άλλον και θέλει τη σύγκλιση με αυτόν για να επιτευχθεί.

3. Ο λόγος και η πράξη

Σε τι χρειάζεται όμως ο λόγος και γιατί η πράξη από μόνη της δεν είναι αρκετή;

Κατ' αρχήν, στο ανθρώπινο ον καμία πράξη δεν πάει από μόνη της και πάντα συνοδεύεται από τον λόγο, (είτε προηγούμενου αυτής, είτε επόμενου). Αυτό συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος είναι έλλογο όν. Όποια αντίθετη ερμηνεία ξεχωρίζει το ένα από τα δύο ως προτιμότερο, τον διαχωρίζει από την ίδια την φύση του. Άλλωστε, ο ίδιος ο λόγος είναι για τον άνθρωπο ένα είδος θεωρητικής πράξης.

Κάθε πράξη έχει, φανερά ή κρυφά, το αντίστοιχό της ανά-λογο. Ακόμα και η πιο σκοτεινή αναζητεί τη δικαίωση της στον λόγο, τη δικαιολόγηση της.

Η θεωρία είναι ο τρόπος που βλέπουμε {θεωρούμε} τα πράγματα και όπως τα βλέπουμε κινούμαστε σε αυτά, προχωρούμε σε πράξη. Η απουσία της θεωρίας μοιάζει με το απόλυτο σκοτάδι όπου κάθε κίνηση καθίσταται αδύνατη. Μπορούμε να προχωρήσουμε μόνο ως εκεί που μπορούμε να διακρίνουμε, έστω και αμυδρά, έστω κι όσο έχουμε απλώς την υποψία του χώρου. Πέραν αυτού, τίποτα.

Ο άνθρωπος θεωρεί {διακρίνει} μέσω του λόγου και διακρίνεται από τα άλλα όντα μέσω αυτού. Ακόμη και όταν του συμβαίνουν γεγονότα απρόβλεπτα που δοκιμάζουν την κρίση του, όταν σκοντάφτει σε πράγματα που δεν τα έχει υπολογίσει σωστά, κινητοποιεί πάλι τον μηχανισμό του λόγου για να καταλάβει το λάθος του.

Όσο πιο γρήγορα κινείται αυτός ο μηχανισμός μέχρι του σημείου να λειτουργεί αυτόματα και να εννοεί ταυτόχρονα το συμβάν (την ώρα που συμβαίνει), τόσο ο άνθρωπος εξοικειώνεται με αυτό. Αλλιώς αισθάνεται απόσταση από τα πράγματα και τις πράξεις του° κάτι που αναιρεί τη φορά του προς ολοκλήρωση, προς ταυτότητα λόγων και έργων, προς ενότητα με τον άλλο, (είτε αυτός ο άλλος είναι ένας άλλος άνθρωπος, είτε ο υπόλοιπος κόσμος).

Η ευφορία μας εξαρτάται από τη σύγκλιση της πρακτικής μας με τη φυσική μας ροπή-φορά για την πλήρως έλλογη πράξη. Όσο τη φέρουμε καλώς (= ευ), τόσο ευ-φορούμαστε.

Η εγρήγορση του λόγου εξυπηρετεί τη ψυχική μας ανάγκη για ενότητα, ενώ ο λήθαργος του αντιφάσκει με αυτή και μας διχάζει παράγοντας δυσφορία.

4. Η ενότητα και η ψυχή

Όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε ότι έφυγε η ψυχή του. Η ψυχή είναι η ανάσα της ζωής° χωρίς αυτήν η φλόγα της ζωής σβήνει και χάνεται σαν καπνός.

Ο θάνατος είναι ο απόλυτος χωρισμός, ένα οριστικό διαζύγιο του σώματος από το πνεύμα, τα οποία η ζωή μέσω της ψυχής τα ζευγαρώνει σε ένα, όπως η πνοή του αέρα συζευγνύει το ξύλο με τη φωτιά.

Η ψυχή είναι η ενότητα του σώματος και του πνεύματος και εκδήλωση της είναι η ίδια η ζωή.

Αν η ζωή είναι μία μέθη-μέθεξη σώματος και πνεύματος, η ψυχή είναι το ποτό τους° είναι αυτό που τα κάνει να ρέουν το ένα στο άλλο σε ένα ποιητικό κελάρυσμα. Η ψυχή είναι η ποίηση της ενότητας και η ζωή το ποίημα της.

Η ζωή γεννάται και η ψυχή παρουσιάζεται όταν δύο σώματα ορμώμενα από τη διάθεση της ενότητας, το ερωτικό πνεύμα, συνευρίσκονται σε ένα: τη στιγμή που το σπερματοζωάριο και το ωάριο ενώνονται, η ζωή παίρνει θέση και η ψυχή λαμβάνει χώρα.

Είμαστε προϊόν της ενότητας και αυτό το ξέρει η ψυχή μας. Όταν το πνεύμα αγνοεί αυτή την αλήθεια και την υπολογίζει αλλιώς, όταν το σώμα πράττει διαφορετικά από αυτήν, τότε η ψυχή δυσφορεί.

Η δυσφορία από την επίμονη έλλειψη της ενότητας προκαλεί αρρώστια. Η αρρώστια μάς υποδεικνύει έγκαιρα τον θάνατο ως αυτό πού είναι, ως τον απόλυτο χωρισμό° είναι η υπόμνηση του. Η αρρώστια είναι ένα παράδειγμα χωρισμού.

5. Ο λόγος: αιτία χωρισμού και μέσο ενότητας

Ποιος όμως θέλει το κακό του; Κανείς. Τότε τι συμβαίνει με τον άνθρωπο και δεν πράττει το συμφέρον του; Αν η ενότητα είναι η μόνη δυνατότητα γιατί δεν φέρεται ανάλογα;

Το ανθρώπινο ον βρίσκεται καθοδόν προς την ολοκλήρωσή του° δεν την κατέχει ακόμη. Τείνει προς αυτήν και οδηγείται από την αναγκαιότητά της. Αν υστερεί, αυτό οφείλεται στο ότι δεν την έχει αναγνωρίσει ακόμη, στο ότι δεν την έχει εννοήσει αρκούντως. Μπορεί το άλλα γήινα όντα να έχουν βρει την ακεραιότητά τους, όπου τίποτε δεν διαφεύγει της αναγκαιότητας που τα γεννά, αλλά το ανθρώπινο ον (σχετικά πρόσφατο παράγωγο της εξέλιξης στη γη), έχει να ολοκληρώσει αυτό που το (ξε)χωρίζει από εκείνα: τον λόγο.

Η έλλειψη του ανθρώπου προέρχεται από τον ίδιο τον πλούτο του. Ο λόγος τον πλουτίζει και του δίνει μία πλεονεκτική θέση μέσα στη φύση, αλλά αυτό το πλεόνασμα δεν διατίθεται πάντα σωστά. Ο λόγος είναι μία καινούργια δύναμη της φύσης και το ον που την κατέχει δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να τη διαθέσει αρμονικά σε σχέση με αυτήν και τον εαυτό του.

Η δύναμη αυτού του όντος τού παρέχει την ελευθερία να βούλεται και να αποφασίζει σε ένα ευρύ πεδίο επιλογών. Αυτή η ελευθερία, όμως, περιέχει και τη δυνατότητα του λάθους, η δύναμη εμπεριέχει και την αυθάδειά της. Αυτό που μπορεί να τη συγκρατήσει και να αποτρέψει το λάθος είναι η ψυχή.

Η ψυχή ως λειτουργία της ενότητας παρεμβαίνει δυσφορούμενη σε κάθε χωριστική αυθάδεια του λόγου κάνοντας το σώμα να υποφέρει.

Το σώμα είναι το μέρος της φύσης μας, που οργανωμένο απαρέγκλιτα πάνω στις επιταγές της, δεν μπορεί να δεχθεί καμία παράβαση τους, καμία ψυχική δυσλειτουργία, χωρίς να αντιδράσει αρνητικά. Αν ο λόγος είναι το ζωικό μας πλεόνασμα, το σώμα είναι το απαράβατο ζωικό μας υπόλειμμα. Αν ο λόγος παρέχει ελευθερία, το σώμα συνιστά αναγκαιότητα. Κάθε παράβαση της ακολουθίας τους τιμωρείται από τη ψυχή και επειδή η ευθύνη της παράβασης δεν μπορεί να ανήκει στο σώμα, αφού δεν έχει την ελευθερία να τη διαπράξει, πρέπει να αναζητηθεί στον λόγο.

Αυτό λοιπόν που φταίει και ο άνθρωπος δεν πράττει πάντα ορθά είναι γιατί δεν σκέφτεται πάντα σωστά. Αν πρέπει να κάνει κάτι ο άνθρωπος για να προσεγγίσει την ολοκλήρωσή του αρμονικά, πρέπει κυρίως και πρωτίστως να αποκαταστήσει την ορθότητα της σκέψης του.

6. Ο λόγος και ο Λόγος, το υπάρχω και το Είναι

Στον βαθμό που η σκέψη του ανθρώπου συλλαμβάνει το σχέδιο της πραγματοποίησής του και το σώμα του κινείται σύμφωνα με αυτό, στον ίδιο βαθμό ο άνθρωπος ευφορεί {φέρει καλώς –ευ} την ολοκλήρωσή του.

Η σκέψη είναι παράγωγο του σχεδίου° ο ανθρώπινος λόγος είναι προϊόν του συμπαντικού Λόγου, έχει προέλθει από αυτόν και σ' αυτόν απευθύνεται. {Αν γράφουμε "Λόγος", διπλασιάζοντας το αρχικό λ σε Λ κεφαλαίο, το κάνουμε γιατί ο Λόγος είναι ο λόγος του λόγου}.

Ο Λόγος, όντας ο λόγος ύπαρξης του κάθε τι, είναι η Αρχή κάθε μορφής του Είναι, κάθε ύπαρξης° ο Λόγος είναι το Είναι.

Η ετυμολογία της λέξης "ύπαρξη" δηλώνει την καταγωγή της όποιας μορφής από την ίδια την αρχή των πάντων, δηλαδή τον Λόγο. Υπάρχω σημαίνει είμαι υπό μίας αρχής. Το "υπό" σηματοδοτεί την υποταγή στην τάξη του Λόγου, όχι την υποταγή σε μία ανώτερη τάξη πραγμάτων, αλλά στην πραγματικότητα της ίδιας της τάξης των πραγμάτων.

Η τάση κάθε ύπαρξης είναι η σύνταξή της με το Είναι και η ταύτιση με αυτό. Όταν αυτή της η πρόθεση πραγματοποιείται, τότε και η πρόθεση "υπό" πέφτει σαν ώριμος καρπός από το σώμα της λέξης "ύπαρξη" και αυτή γίνεται ένα με το Είναι, δηλαδή την Αρχή. Όταν η τάση εκδηλώνεται πλήρως, η υπο-ταγή {εκ του «υπο-τάσσομαι»} ενηλικιώνεται σε τάξη.

Αν λέμε "υπάρχω" (στην ενεργητική φωνή) και όχι "υπάρχομαι" (στην παθητική) είναι γιατί το ρήμα της ύπαρξης μάς καλεί σε ενέργεια ταύτισης κι όχι σε πάθηση υποταγής, μας παρακινεί σε συνάντηση με την Αρχή, μας άγει στην καταγωγή μας.

7. Η κατεύθυνση

Η ύπαρξη, οδηγούμενη από την ανάγκη της ενότητας (τη ψυχή), τείνει προς το Είναι και ο λόγος αναζητεί τον λόγο του, τον Λόγο. Η σκέψη ξεδιπλώνεται μέχρι να συλλάβει το όλον της και να ολοκληρωθεί εννοώντας το. Πρόθεση της σκέψης είναι η πλήρης εννόηση όσων είναι προορισμένη να εννοήσει από τον Λόγο {Νου} του παντός. {Η ολοκλήρωση της πρόθεσης "εν" αναβαθμίζει την εν-νόηση σε νόηση προάγοντας τη ψυχική διά-θεση σε θέση της ψυχής}.

Ο άνθρωπος, (το έλλογο ον), κινείται αναγκαστικά στην κατεύθυνση ενός σχεδίου που προηγείται αυτού και που τον έχει παράγει. Αν ο Λόγος είχε κάποιο λόγο να παράγει τον λόγο, (δηλαδή τον άνθρωπο), ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά παρά να τον εκπληρώσει.

Η μόνη δυνατή επιλογή είναι η συμμόρφωση με την Αρχή (Λόγο) κάθε μορφής. Εφόσον ο λόγος του λόγου είναι η εννόηση, η μόνη δυνατή πορεία είναι η περάτωσή της. Κάθε παρέκκλιση από την μόνη δυνατότητα, κάθε παρα-λογισμός, τιμωρείται ως αδυναμία, ως ασθένεια.

Οτιδήποτε εμποδίζει τη σκέψη να κινηθεί βάσει του σχεδίου της, οτιδήποτε τη συγκρατεί από την απαρέγκλιτη φορά της, εκλύει δυσφορία. Κάθε παραβίαση της λογικής ακολουθίας προκαλεί βία και καταστροφή. Η απόκλιση μας από το μόνο συμφέρον {αυτό που μας φέρει μαζί -συν, σε ενότητα κι όχι χωρισμό} γίνεται συμφορά.

Η ελευθερία του ανθρώπου είναι μια δύναμη που προέρχεται από τη δυνατότητα του λόγου και εξαντλείται στον ορισμό του° όταν τον παραβαίνει, χάνει το νόημα της ως δύναμη {ρώμη} και τιμωρείται ως αρρώστια {έλλειψη ρώμης}.

Πριν από τον ορισμό του λόγου, η ελευθερία είναι η βούληση του ορισμού του. Η ελευθερία έχει μία και μόνη κατεύθυνση, την ολοκλήρωση της βούλησης, δηλαδή της σκέψης.* Δεν παρέχει τη δυνατότητα κάθε είδους επιλογών, αλλά τη δυνατότητα εξεύρεσης της μίας και μοναδικής.

Όταν η σκέψη εκπληρώσει το σχέδιό της και η βούληση γίνει ένα με την ανάγκη, τότε η ελευθερία θα’χει κάνει το χρέος της. Αυτό που εμποδίζει τον άνθρωπο να ακολουθήσει την αλήθεια δεν είναι η ελευθερία της βούλησης, αλλά ο εξαναγκασμός της στο ψεύδος.


* Στην ελληνική γλώσσα οι λέξεις "βούλομαι" και "σκέφτομαι" έχουν σχέση συνωνυμίας.

8. Η αλήθεια και το ψεύδος

Το ανθρώπινο ον κινείται αναγκαστικά προς την αλήθεια του, τη χώρα της τελείωσής του, την επικράτεια του Λόγου.

Η λέξη "α-λήθεια", (από το στερητικό α και την λέξη λήθη>λάθος>λανθάνω), σημαίνει την αιωνιότητα του Λόγου δηλ. την αέναη, αλάθητη ροή του, όπου καμία λήθη δεν την εμποδίζει να ρέει από το πριν στο μετά, γιατί όλα είναι τώρα. Κανένα κενό μνήμης δεν μεσολαβεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, γιατί όλα είναι παρόν.

Η αλήθεια είναι ο παλμός του Λόγου, είναι το μέτρο και ο ρυθμός του.

Η ζωή του ανθρώπου πάλλεται στον ρυθμό της ψυχής του και η ψυχή του ευρυθμεί συντονιζόμενη με το μέτρο του λόγου της, του Λόγου, δηλαδή συντονιζόμενη με την αλήθεια. Ο άνθρωπος κινείται αναγκαστικά προς την αλήθεια γιατί τον οδηγεί σ' αυτήν η ίδια η ψυχή του.

Όταν ο παλμός της ψυχής εμποδίζεται, όταν η ροή της προς την αλήθεια - την αέναη ροή του Λόγου - ανακόπτεται, τότε έχουμε την αρρώστια ως το παράγωγο του στερητικού α και της λέξης ρώομαι (ρώμη)>ρέω.

Αυτό που εμποδίζει τον άνθρωπο από την ψυχική του ευρωστία είναι το ψεύδος.

Το ψεύδος μεσολαβεί ανάμεσα σε αυτόν και την αλήθεια εμποδίζοντας τη ροή του προς αυτήν. Η ροή, όμως, είναι γεγονός. Το ψεύδος μπορεί να φράσει το γίγνεσθαι, δεν μπορεί όμως να το διακόψει. Αν επιμείνει σε αυτό, τότε το φράγμα του μοιραία θα γκρεμιστεί σκορπίζοντας την καταστροφή. Η καταστροφή, όπως και η αρρώστια, είναι αποτελέσματα του γίγνεσθαι που έχει εμποδιστεί, είναι παράγωγα της αλήθειας που έχει ψευδισθεί.

Η αλήθεια δεν είναι το αντίθετο του ψεύδους, δεν είναι της ίδιας τάξης με αυτό° είναι ανώτερη του γιατί το ξεπερνάει. Η αλήθεια είναι η ίδια η τάξη του κόσμου.

Το ψέμα μπορεί να ψευδίζει την αλήθεια (και όχι να τη διαψεύδει), αλλά ποτέ η αλήθεια δεν θα επαληθεύσει ένα ψέμα.

Όπως όλα έχουν θέση μέσα στον κόσμο έχει και το ψέμα. Το ψέμα είναι η ελλιπής θέση, η θέση που δεν έχει τελειωθεί σε φύση. Το ψέμα είναι μία υπό-θέση.

Αν ο κόσμος επιτρέπει το ψέμα είναι γιατί έχει επιτρέψει στον εαυτό του την πολυτέλεια να έχει τον άνθρωπο. Την ίδια στιγμή, όμως, που του έδωσε την ελευθερία να δοκιμάζει διάφορες υποθέσεις (θέτοντας σε δοκιμασία την ίδια την λογική συνοχή του), του την περιόρισε στην ανάγκη να βρει οπωσδήποτε τη σωστή θέση, αυτή που θα τον οδηγήσει από την υπό-θεση στη μόνη βεβαιωμένη θέση, δηλαδή τη φύση.

Ο λόγος διακρίνει το ανθρώπινο ον από τα άλλα όντα και το κάνει το εκ-λεκτό όν. Η ελευθερία τού δίνει τη δυνατότητα εκλογής. Το ψέμα είναι μία λάθος εκλογή, μία εκλογή που δεν είναι έλλογη. Η μη έλλογη εκλογή τον διαχωρίζει από την φύση, αντί να τον διακρίνει μέσα σ' αυτή, και από εκλεκτό μοναδικό ον τον εξορίζει στη μοναχικότητα.

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ° είναι το μέρος του εαυτού μας που υπακούει μόνο στην φυσική ανάγκη και είναι οργανωμένο σύμφωνα με τις επιταγές της. Εκεί, λοιπόν, που πρέπει να αναζητηθεί η ευθύνη του ψεύδους είναι στο πνεύμα - στον νου. Αν φταίει κάτι είναι η λανθάνουσα χρήση του νου, η λάθος εννόηση, ο ελλιπής λόγος.

9. Το ακούσιο και το εκούσιο ψεύδος

Ο άνθρωπος δεν ψεύδεται εκ της φύσεως, αλλά εκ της θέσεως του. Ανάλογα σε ποια στιγμή του χρόνου είναι τοποθετημένος ψεύδεται περισσότερο ή λιγότερο. Αν κάποτε νοούσε ψευδώς τη γη ως ένα επίπεδο πάτωμα, τον ουρανό σαν την οροφή του και τον ήλιο σαν την λάμπα που το φωτίζει, το έκανε γιατί δεν είχε αντιληφθεί ακόμη την πραγματικότητα του χώρου του. Όταν τη διαπίστωσε τροποποίησε την άποψή του στην κατεύθυνση της αλήθειας και σταδιακά αυτό το ψέμα υποχώρησε.

Το ψεύδος το οφειλόμενο στη νόηση που δεν έχει προλάβει ακόμη να εννοήσει σαφώς την πραγματικότητα είναι το ακούσιο ψεύδος. Το ακούσιο ψεύδος είναι αναπόφευκτο από τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν έχει ολοκληρώσει την κίνηση του προς το όλον του, αλλά τείνει ακόμη προς αυτό. Υπακούοντας σ'αυτήν την αναπόφευκτη τάση του το αναπόφευκτο ψεύδος αργά ή γρήγορα αποφεύγεται και το εμπόδιο που τον χωρίζει από την αλήθεια ξεπερνιέται.

Όταν, όμως, ενώ έχει εννοήσει αποφεύγει τον λόγο, όταν ενώ έχει καταλάβει αποφεύγει να πει, τότε έχουμε το εκούσιο ψεύδος. Το εκούσιο ψεύδος παγιδεύει τη θέληση και προέρχεται από την παγίδευση της. Δεν είναι αναγκαίο, με την έννοια ότι δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι εξαναγκασμένο και εξαναγκαστικό.

Ο εξαναγκασμός στο εκούσιο και αποφευκτέο ψεύδος δεν οφείλεται στη χρονική στιγμή της θέσης του ανθρώπου ως προς τη φύση, αλλά στην ενδοανθρώπινη συγκυρία. Δεν προέρχεται από τη σχέση του ατόμου με τον κόσμο, αλλά από τη σχέση του ενός προς τον άλλο.

Η σχέση του ανθρώπου με την φύση τον οδηγεί αναπόφευκτα στην ολοκλήρωση της αλήθειας του και στην αποφυγή του ψεύδους, που τον χωρίζει από αυτήν. Η σχέση του ενός ανθρώπου ως προς τον άλλο όταν δεν αντιλαμβάνονται αλλήλους ως ζητούμενα της φύσης, δηλαδή ως θέσεις που αναζητούν την αλήθεια, τους καθηλώνει στο ψεύδος.

[ Ο σχετικισμός είναι η σχέση της θέσης ως προς τη θέση και όχι ως προς τη φύση. Ο σχετικισμός νομίζοντας τα πάντα ως πιθανά δίνει στην πιθανότητα του ψεύδους τη διάρκεια της βεβαιότητας.]

Το εκούσιο ψεύδος λαμβάνει χώρα και αποκτά διάρκεια γιατί εμείς του το επιτρέπουμε. Αν για το ακούσιο ψεύδος δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε περισσότερο από το να συνεχίσουμε να προχωράμε στον κόσμο ερευνώντας τον, για το εκούσιο μπορούμε και πρέπει να πούμε αυτά που ήδη έχουμε βρει. Αν το ένα θέλει τον χρόνο του για να ξεπεραστεί, το άλλο είναι επείγον να αποκαλυφθεί τώρα, διότι ήδη το έχουμε αντιληφθεί.

Η καθυστέρηση {η υστέρηση} που δεν είναι εξ ανάγκης, αλλά από ενδοανθρώπινη επιλογή, κρατάει τη ζωή μας σε ένα κατώτερο επίπεδο φτώχειας {στέρησης} που δεν είναι αναγκαίο.

Αυτός που ξέρει και δεν λέει, αυτός που ενώ έχει εννοήσει δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του λόγου του, είναι υπεύθυνος γι' αυτό. Το γεγονός ότι αυτός έχει καταλάβει, ενώ οι άλλοι αγνοούν, δεν τον σώζει, ούτε τον κάνει προτιμότερο. Η κατ’ ιδίαν ολοκλήρωση είναι ιδιωτία και η εξυπνάδα που αυταρέσκεται γίνεται βλακεία. Η αποβλάκωση, όμως, είναι προϊόν του φόβου.

Στην περίπτωση της αποβλάκωσης (όπου κάποιος δεν είναι βλάκας, αλλά γίνεται, επειδή κάνει τον βλάκα), αυτός που γνωρίζει φοβάται να συγκρουστεί με την άγνοια των άλλων, που μπορεί να γίνει επιθετική αν ερεθιστεί. Πρέπει να καταλάβει, όμως, ότι το να το κρύβει κάποιος κάτι από τους υπόλοιπους δεν τον συν-φέρει, διότι δεν τον φέρει συν, δηλαδή μαζί, σε ενότητα. Το να αποκρύβεις κάτι για να προστατεύσεις το άτομο σου αναιρεί την ίδια την ανάγκη σου να ενωθείς με τον άλλο και να πληρωθείς ως ταυτότητα.


Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να λάβεις υπόψη την αδυναμία του άλλου να κινηθεί ανάλογα προς τα σένα, ούτε σημαίνει ότι όλοι είναι έτοιμοι να ακούσουν αυτό που πρέπει να πεις. Αν δεν το πεις, όμως, εσύ που το ξέρεις, ποιος θα το πει; Αν δεν κάνεις εσύ που έχεις την δύναμη της γνώσης το πρώτο βήμα ποιος θα κινηθεί; Εσύ και μόνον εσύ που γνωρίζεις μπορείς και πρέπει.

10. Ο φόβος, ο αποφευκτέος και ο αναπόφευκτος

Ο φόβος μάς κρατάει σε απόσταση από το άλλο εκείνο που η προσέγγισή του και μόνο μας τρέπει σε φυγή. {"Φόβος" εκ του "φέβομαι": τρέπομαι εις φυγήν.}

Κάθε άλλο έξω από τον εαυτό μας είναι κάτι ξένο° όταν το ξένο εκλαμβάνεται ως εχθρικό νιώθουμε να μάς απειλεί. Το εχθρικό που θεωρείται ικανό να πραγματοποιήσει την απειλή του, προξενεί φόβο. Αν το ξένο θωρείται προσπελάσιμο, δηλαδή προσεγγίσιμο, ο εαυτός μας ανοίγεται στη φιλοξενία του ικανοποιώντας τη ψυχική του ανάγκη για οικειότητα-ενότητα με το άλλο.

Το άτομο επιδιώκει την ενότητά του με το άλλο, αλλά το φοβάται διωκόμενο μακριά του όταν αυτό το άλλο μπορεί να διαλύσει την ίδια την ατομική του ενότητα και να το καταστρέψει.

Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως γενναίος γιατί η ίδια η γέννα του {"γενναίος" εκ του "γέννα"} τον οδηγεί στην ενότητα, αφού εξ αυτής έχει προέλθει. Υπακούοντας, λοιπόν, στην ίδια τη φύση του, μπορεί να ξεπεράσει τον φόβο. Εφόσον η θέση του υστερεί της φύσης του, φοβάται. Η πρόοδος του, η προσέγγιση της θέσης του στη φύση του, τον ξεφοβίζει και κάνει το ψέμα να υποχωρεί.

Το ανθρώπινο ον κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να προοδεύσει και να μην απειλείται άμεσα από τα άλλα όντα γιατί φέρθηκε με γενναιότητα, σύμφωνα με την ίδια του τη γέννα. Η γέννα του σημαίνει τη γέννηση του έλλογου όντος. Το ανθρώπινο ον γίνεται γενναίο φερόμενο έλλογα.

Αυτό που δυσκολεύει τον λόγο-γενναιότητα να κινηθεί σε ενότητα-αλήθεια, αυτό που τον χωρίζει από αυτήν, είναι το ψέμα-φόβος.

Το ψέμα που οφείλεται στον φόβο της φύσης ξεπερνιέται μέσω της ίδιας της γενναίας φύσης του ανθρώπου και σταδιακά υποχωρεί. Ο φόβος αυτός δικαιολογείται ως φυσικός και ακριβώς επειδή δικαιο-λογείται ξεπερνιέται μέσω της ίδιας της φυσικής κίνησης του λόγου προς το δίκαιο και αληθές. Το εκ της φύσεως ψεύδισμα {ψεύδος} υποχωρεί στην ανάγκη μας να αρθρώσουμε τέλεια το σύμφωνο της αλήθειας.

Το ψέμα που οφείλεται στον φόβο του άλλου ανθρώπου είναι αδικαιολόγητο ως προς την φύση και αποκτάει διάρκεια λόγω μίας θέσης που επιμένει να αγνοεί αυτή τη φύση και να φοβάται αφύσικα. Αν εννοήσουμε ο ένας τον άλλο ως προς την φύση του κι όχι ως προς την θέση του, ο φόβος αυτός υποχωρεί ως μη αναγκαίος και αναπόφευκτος.

Από τη στιγμή που ο καθένας μας φοβάται ούτως ή άλλως δικαιολογημένα, το να φοβάται ο ένας τον άλλο είναι άδικο. Ο άδικος φόβος είναι το ενδοανθρώπινο κρύμμα* , είναι αυτό που μας στερεί-κρύβει την αλήθεια και τον πλούτο της, χωρίς να είναι αναγκαίο.

Ο φόβος του ενός προς τον άλλο, δηλαδή ο φόβος του φόβου, γίνεται τρόμος και σπέρνει αδικαιολόγητο πανικό. Το ψεύδισμα γίνεται τραύλισμα και τρεμούλα της αλήθειας. Στο κράτος του τρόμου, (του φόβου που έχει αποκτήσει μίαν υπερβολική ισχύ διπλασιάζοντας τον εαυτό του σαν φόβος του φόβου), βασιλεύει η αδικία και το ψέμα.

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε, αυτό που προηγείται κάθε άλλης προσπάθειας, είναι να απελευθερώσουμε τη θέληση μας από τον μη αναγκαίο φόβο, από τον εξαναγκασμό της στο εκούσιο ψεύδος° σ' αυτό το ψεύδος που όντας εκούσιο-θεληματικό την ακυρώνει σαν θέληση και μας υποβιβάζει σαν ανθρώπινη βούληση, δηλαδή σαν σκέψη.

Αν θέλουμε τον πλούτο, πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό που μας στερεί την αναζήτησή του στον κόσμο, πρέπει να ξεπεράσουμε το εμπόδιο που βάζει ο ένας στον άλλο καθηλώνοντας τον στην αναίτια και άδικη φτώχεια. Έχοντας πριν από όλα διανύσει την απόσταση που μας χωρίζει από φόβο μεταξύ μας, μπορούμε μετά να ανοιχτούμε με φόβο και δέος, αλλά όχι τρόμο και πανικό, στην αναζήτηση του απόλυτου που θα μας ολοκληρώσει.

Αν το μεταξύ μας προηγείται και έχει τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος είναι γιατί, ενώ ο φόβος μας ως προς την φύση έχει τώρα πια λιγοστέψει, ο μεταξύ μας φόβος και η μοναξιά έχουν περισσέψει.

* Δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος αλλά για συνειδητή παρέμβαση στη διατύπωση της λέξης ως «κρύμμα» εκ του κρύπτω και όχι ως κρίμα.

11. Ο θάνατος

Όπως το ψέμα δεν μπορεί να είναι αντίθετο της αλήθειας, έτσι και ο θάνατος δεν είναι αντίθετος της ζωής, αλλά μέρος της.

Ο θάνατος δεν μπορεί να διαψεύσει την αλήθεια της ζωής γιατί δεν έχει την δύναμη να τεθεί αντί αυτής και ξεπερνιέται από την ορμή της. Το φράγμα του είναι προσωρινό και αδύναμο να διακόψει τη ροή του γίγνεσθαι° είναι μόνο μία παύση στον παλμό της αιωνιότητας και της αλήθειας, ως ύμνου της αιωνιότητας του Λόγου - ο θάνατος είναι οι "παύσεις" αυτού του ύμνου.

Μπορεί να είναι ο απόλυτος χωρισμός για το άτομο (το είδος), οριστικοποιώντας την οριστική διάζευξη της ειδικής του ενότητας, αλλά είναι σχετικός στο σύνολο των ατόμων (το γένος τους). Η απώλεια της ειδικής παρουσίας των ατόμων ενός γένους (του ανθρωπίνου γένους, εδώ), δεν σημαίνει και την απώλεια του γένους, αλλά, μάλλον, την ενδυνάμωσή του με μια νέα παρουσία.

Ο θάνατος είναι αναγκαίος από την άποψη της ανανέωσης των ειδών του γένους° επιτρέπει την επανατοποθέτηση του γένους σε νέες δυνατές μορφές. Εξυπηρετώντας τη δύναμη του γένους διευκολύνει τη ροή του γίγνεσθαι και γι'αυτό ακριβώς τον λόγο λέμε ότι είναι μέρος της ζωής° είναι το φράγμα που δεν διακόπτει το ρεύμα του Είναι, αλλά το συγκεντρώνει.

Ο θάνατος συγκεντρώνει το ρεύμα του Είναι γιατί το επαναφέρει στο κέντρο {το συν-κεντρώνει} εκ του οποίου έχει προέλθει, το επαναφέρει δηλαδή στη γέννα του και την επιτρέπει να ξαναεκδηλωθεί. Κάνοντας τόπο στη νέα ζωή, φανερώνει μέσα από τον χωρισμό του είδους την ενότητα του γένους και αποκαλύπτει το γεγονός της ζωής επιτρέποντας το να επαναληφθεί. Η κυκλικότητα του θανάτου μάς υπενθυμίζει το κέντρο της ζωής και μας επαναφέρει στην τροχιά αυτού ακριβώς του κέντρου.

Ο θάνατος δεν διαψεύδει τη ζωή, αλλά την επαληθεύει. Δεν διακόπτει τον ρυθμό της, αλλά είναι η παύση που τον δυναμώνει. Η εκπνοή του είναι μέρος της ζωικής ανάσας.

Τότε γιατί αυτός ο τρόμος του θανάτου; Γιατί ο άνθρωπος τον νομίζει ως κάτι το τόσο φοβερό που συχνά να τον εκλαμβάνει ως τη μόνη αλήθεια;*

Όταν το άτομο δεν θεωρεί τον εαυτό του ως μέρος του όλου, αλλά αντίθετο με αυτό, τότε και ο θάνατος θεωρείται ως το αντίθετο της ζωής. Ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο αισθάνεται κατώτερο του όλου, τότε ο θάνατος γίνεται ανώτερος όλων και η μόνη αλήθεια. Αντιλαμβανόμενοι τον εαυτό μας υποδεέστερο, δίνουμε στον θάνατο ένα τρομαχτικό δέος.

Πρόκειται προφανώς για μία λάθος εννόηση, για έλλειψη λόγου, για την παρεμβολή του ψεύδους. Στο βαθμό που το ψεύδος είναι ακούσιο, ο θάνατος θεωρείται ως κάτι αναπόφευκτο και ο φόβος του θανάτου παίρνει τη φυσική του διάσταση. Στην περιοχή του εκούσιου ψεύδους ο θάνατος είναι αποφευκτέος και ακριβώς επειδή είναι αδύνατον να αποφευχθεί, γίνεται το γεγονός του τρομαχτικό.

Ο φυσικός θάνατος είναι δικαιολογημένος από τη ζωή° είναι μέρος της ακολουθίας της και εξυπηρετεί τη δυναμική της συνέχεια. Το ανθρώπινο ον κινούμενο ως προς τη φύση του κατανοεί βαθμηδόν την ενότητα του με το Όλον, (αφού, προς αυτή την ενότητα τείνει η ψυχή του και ο λόγος του αναζητεί τον Λόγο), κάνοντας το ακούσιο ψεύδος σιγά-σιγά να υποχωρήσει. Έτσι και ο φόβος του θανάτου υποχωρεί μπροστά στη γενναιότητα της ζωής ή, για να το πούμε κι αλλιώς, ο φόβος του θανάτου παρακινεί στη ζωή.

Όταν, όμως, ο άνθρωπος εμποδίζεται να κινηθεί ως προς τη φύση του και εξαναγκάζεται σε μία θέση διαχωρισμένη από αυτήν, τότε το χωρισμένο από την ενότητα της φύσης άτομο νοιώθει τον θάνατο ως αντίθετο της ζωής, επειδή αντιλαμβάνεται το μέρος του ως αντίθετο του όλου. Οι δύο πόλοι της ζωής - γένεση και θάνατος - εκλαμβάνονται ως δυισμός ζωής και θανάτου, όπου το ένα αναιρεί το άλλο αλληλοεξουδετερώνοντας το. Η γενναιότητα αναστέλλεται από τον φόβο, ο λόγος παγιδεύεται στο ψέμα και δεν καταφέρνει να το ξεπεράσει.

Στην περίπτωση που ο άνθρωπος όχι μόνο δεν κινείται ως προς τη φύση του, αλλά υποχωρεί κι άλλο από αυτή, προωθώντας αφύσικες θέσεις, ο θάνατος πλεονάζει σε φόβο σκορπίζοντας τον τρόμο. Σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι καν αντίθετος της ζωής, είναι ανώτερος αυτής και το ψέμα πολλαπλασιάζεται γονιμοποιημένο από τον φόβο.

Το άτομο που υποχωρεί από τη φύση του παίρνοντας μία θέση ελάχιστη ως προς αυτήν, υποβιβάζει το μέρος που του ανήκει στο σύνολο, επιτρέποντας συνάμα ένα άλλο άτομο, ένα άλλο μέρος, να αναπτυχθεί πέραν του δέοντος. Η μειονεξία του υποχωρητικού ατόμου χρηματοδοτεί την πλεονεξία κάποιου άλλου και η δειλία του οπλίζει το θράσος. Ο τρόμος του μειονεκτικού ατόμου για τον θάνατο μεταφράζεται στην αυθάδεια του πλεονεκτικού ότι μπορεί και να τον αποφύγει**. Και οι δύο παίζουν το παιχνίδι του.

Ο κατακερματικός επιμερισμός {υπερβολή του μέρους = πλεονεξία του ατόμου = ατομικισμός} συνεργεί στη βασιλεία του θανάτου και στο κράτος του ψεύδους. Έτσι, ο άνθρωπος-μέρος έχει σήμερα την υπερβολική δύναμη να απειλεί τη φύση-όλον, θέτοντας σε κίνδυνο το ίδιο του το γένος.

Το εκούσιο ψεύδος επιτρέπει τον μη αναγκαίο θάνατο.

Το μόνο ον που μπορεί να σκοτώσει χωρίς αναγκαίο λόγο είναι ο άνθρωπος. Αυτό συμβαίνει όταν ο λόγος του έχει διαμορφωθεί χωρισμένος από την αναγκαιότητα, όταν έχει υποστεί ένα ψέμα και έχει αποδεχθεί μία έλλειψη που δεν είναι αναγκαία εκ των πραγμάτων. Η μη αναγκαία έλλειψη, αλλά η εξαναγκασμένη από την πλεονεξία ενός άλλου ανθρώπου, επιτρέπει τον αδικαιολόγητο θάνατο, τον άδικο φόνο του άλλου, (είτε αυτός είναι ένας άνθρωπος, είτε ένα άλλο ον).

Εφόσον η ανθρώπινη συνθήκη επιτρέπει την αδικία, ο θάνατος θα παραμένει ο φόβος και ο τρόμος της ζωής. Όσο ο άνθρωπος θα αποφεύγει την αλήθεια του, ο θάνατος θα παρουσιάζεται ως η μόνη αλήθεια. Όταν ο Λόγος αποτρέπεται από σημείο αναφοράς του λόγου, τότε παρακολουθούμε ένα θρίλερ παράλογων χαμών και καταστροφών, όπως την καταστροφή της ίδιας της φύσης που μας δίνει ζωή.

Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθούν οι παράλογες εξοντώσεις από τον άνθρωπο είναι η επείγουσα αποκάλυψη του εκούσιου, κοινωνικού, ενδοανθρώπινου ψεύδους. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την έγκαιρη κινητοποίηση του λόγου, με την εγρήγορση του εναντίον του λάθους και της λήθης. Κάθε λησμονιά του όλου, κάθε υποχώρηση του ατόμου στον ατομικισμό, συνεργεί στην καταστροφή.

Για να ξυπνήσει ο λόγος από τη νάρκη του, για να ξεκολλήσει από το βάλτωμα του και να απεγκλωβιστεί από την τρομολαγνεία του θανάτου, πρέπει να σταματήσει να βαραίνει από τη συσσώρευση μιας γνώσης επιμερισμένης στο σχετικό και ειδικό, και να επανέλθει στο ζήτημα του απόλυτου.


* Παράδειγμα το τραγούδι "Όλα Είναι Ένα Ψέμα" ενώπιον του Χάρου.

** Όπως προσπαθεί να αποφύγει και το γήρας.

12. Το απόλυτο και το σχετικό

Τι είναι απόλυτο και τι σχετικό;

Απόλυτο [εκ του "απολύω"] σημαίνει το απολελυμένο, το ελεύθερο και ανεξάρτητο. Σχετικό πάει να πει το ευρισκόμενο εν σχέσει. Η λέξη σχέση βγαίνει από το αρχαίο "σχείν" [απρφ. αορ. β' του έχω], επίρρημα του οποίου είναι το σχεδόν. Το σχετικό, λοιπόν, έχει να κάνει με το έχειν των πραγμάτων.

Τα πράγματα έχουν ως έχουν γιατί έτσι είναι° το έχειν των πραγμάτων είναι αποτέλεσμα του είναι τους, όπως και το φέρεσθαι είναι προϊόν της φοράς τους. Όταν το έχειν της ύπαρξης ταυτίζεται με το είναι της και γίνεται ένα με αυτό, η σχέση πληρούται, το σχεδόν τελειώνεται και βιώνεται το απόλυτο. Όταν η κίνηση των πραγμάτων τα έχει προωθήσει τόσο ώστε το γίγνεσθαι τους, ως προϊόν, να ολοκληρώνει τη γέννα τους, ως καταγωγή του γίγνεσθαι, τότε λαμβάνει χώρα το απόλυτο.

Αυτό που κινεί τα πράγματα είναι η απόλυση τους από τη στέρηση. Η επιδίωξη κάθε όντος είναι ο πλούτος τού έχειν του μέχρι τού είναι του, η πλήρωση της σχέσης του στο απόλυτο.

Το απόλυτο είναι η τέλεια σχέση, είναι η τελείωση και το τέλος της. Όντας το τέλειο, δεν έχει καμία άλλη ανάγκη πέραν του εαυτού του και είναι το μόνο ελεύθερο και ανεξάρτητο. Είναι «απολελυμένο» κάθε προβλήματος, διότι είναι η λύση του, και κάθε πρόβλημα αναζητεί τη λύση του σε αυτό.

Το σχετικό έχει ανάγκη του απόλυτου, ενώ το απόλυτο δεν έχει ανάγκη του σχετικού, αλλά είναι μάλλον το ζητούμενο του. Το απόλυτο δεν είναι σχετικό, αλλά το ξεπερνάει και το καθορίζει ως η βαθύτερη επιθυμία του - είναι η επιθυμία του σχετικού να ενωθεί με αυτό και να εκπληρώσει έτσι την ανάγκη του° είναι η προβολή της κάθε επιθυμίας.

Η συνάντηση του σχετικού με το απόλυτο σηματοδοτεί το τέλος της ενοχής [εκ του "εν-έχω" δηλ. βρίσκομαι ακόμη σε σχέση με το έχειν και όχι σε ταύτιση με το είναι] και την αρχή της αθωότητας. Η αθωότητα ενός όντος σημαίνει την ακεραιότητα του, την πλήρωση του στο απόλυτο, το ξεπέρασμα της έλλειψης. Η ενοχή είναι μία κατάσταση όπου το ον παραμένοντας εντός των ορίων τού έχειν και του σχετικού, δεν καταφέρνει να ανοιχτεί στο είναι και το απόλυτο° όντας στερημένο αυτού νοιώθει τη δυσφορία της έλλειψης του, (εξ' ου και η ενοχή λαμβάνεται ως ενόχληση).

Το ανθρώπινο ον όσο θα αποφεύγει να θέσει καθαρά το ζήτημα του απόλυτου και να το επιδιώξει, τόσο θα δυσφορεί από ενοχή. Όσο θα προσπαθεί να καλύψει λάθος την έλλειψη του με το να τη συγκαλύψει προσθέτοντας στο έχειν του αντί να το συνθέτει με το είναι του, τόσο θα την αναπαράγει. Όσο θα παραμένει μέσα στο σχετικό, τόσο θα του διαφεύγει η σχέση.

Η σχέση που σχετίζεται με τη σχέση - στον σχετικισμό - χάνει το νόημα της και γίνεται άσχετη. Το σχετικό που κλείνεται στον εαυτό του και δεν ανοίγεται στο απόλυτο, εγκλωβίζεται σε μια έλλειψη προοπτικής που προκαλεί την ασφυξία του. Ο σχετικισμός καθηλώνει τη σκέψη στην ανοησία.

Η ανοησία εμποδίζει τους ανθρώπους να συνεννοηθούν βάσει του κοινού τους σχεδίου, που δεν είναι άλλο από τη συνάντησή τους με το απόλυτο.

Η αποβλάκωση του σύγχρονου ανθρώπου είναι συχνά τέτοια που σε πολλούς διανοούμενους η αναφορά και μόνο στο απόλυτο προκαλεί την αποστροφή, μάλλον εξαιτίας της ταύτισής του με θρησκευτικές ιδεοληψίες. Φαίνεται ότι η σύγχρονη διανόηση έχει τόσο πολύ απομακρυνθεί από τη φύση που δεν μπορεί να διακρίνει ότι το απόλυτο είναι ένα δεδομένο της, ότι είναι μία συνθήκη που πολλά όντα ήδη πληρούν (έχοντας ολοκληρώσει σε γενικές γραμμές την εξέλιξή τους), και επιμένει να το θεωρεί ως μία αποτρόπαια αφαίρεση, ένα μακάβριο εφεύρημα του νου. Φτάνει στο σημείο να το εκλαμβάνει ως συνώνυμο του θανάτου, τη στιγμή που είναι το κίνητρο της ζωής. Μπερδεύει το απόλυτο με μία κατάσταση ακινησίας, ενώ είναι αυτό που ευφορεί και εμψυχώνει την κάθε κίνηση.

Το απόλυτο δεν είναι μία κατάσταση αδιαφορίας, αλλά ζωτικού ενδιαφέροντος. Δεν σημαίνει αποχή από τη σχέση, αλλά διεκδίκηση της ολοκλήρωσης της. Η αποφυγή του συνεργεί στην αδικία και την ενοχή. Η προσφυγή σε αυτό και μόνο σε αυτό μπορεί να προκαλέσει την αποσυμφόρηση των ενδοανθρώπινων εντάσεων και να δώσει ώθηση στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Όσο η ανθρώπινη σκέψη θα βουλιάζει από το βάρος ενός σωρού αποσπασματικών γνώσεων, τόσο ο άνθρωπος θα παραμένει κολλημένος στη φτώχεια. Όσο ο λόγος θα βρίσκεται σε λήθαργο και δεν θα γρηγορεί στο απόλυτο, η ολοκλήρωση της σχέσης μας σε αυτό θα παραμένει ένα άπιαστο όνειρο ή -για μερικούς- ένας εφιάλτης.

Όταν η γνώση δεν συνδράμει στο απόλυτο, καλλιεργεί την ενοχή.

13. Το ζήτημα της γνώσης

Πολλές φορές η γνώση παρομοιάζεται με δέντρο και ονομάζουμε το σύστημά της ως "δέντρο της γνώσης". Για να καταλάβουμε τον τρόπο που είναι οργανωμένο αυτό το σύστημα, θα εξετάσουμε την γνώση ως προς το ίδιο το δέντρο.

Ο άνθρωπος έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συγκεντρώσει έναν μεγάλο αριθμό παρατηρήσεων πάνω στο γεγονός του δέντρου, σε σημείο να μπορεί να παρεμβαίνει σ' αυτό και να το τροποποιεί κατά τη βούληση του. Η γνώση του σχετικά με το δέντρο αποκτήθηκε κυρίως μέσω της επιδίωξης να το χειριστεί προς όφελος του. Έτσι ό,τι έχει μάθει αφορά κατά κύριο λόγο την πρακτική του χρησιμότητα.

Την ίδια στιγμή που γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για την πρακτικότητα του δέντρου, η πραγματικότητά του συνεχίζει να του διαφεύγει. Όσο και αν έχει αντιληφθεί τα επιμέρους στοιχεία του δέντρου, το ίδιο του το είναι τού παραμένουν ασύλληπτα.

Γνωρίζοντας το μέρος τού διαφεύγει το όλον. Αν η φορά της ανθρώπινης γνώσης είναι να εννοήσει το όλον και να ορίσει τον εαυτό της σε σχέση με αυτό, η παραμονή της στην ανάλυση του μερικού την καθυστερεί από τον στόχο της.

Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα όντα όχι ως προς τη δυνατότητά του να χειριστεί το δέντρο προς συμφέρον του, (κι αυτά το κάνουν), αλλά ως προς την ικανότητα του να το εννοήσει. Αυτό που τον κάνει διαφορετικό είναι ότι μπορεί να μεταφέρει το γεγονός του δέντρου στη νόηση και να βρει εκεί το εννοιολογικό του αντίστοιχο. Έτσι μπορεί να δώσει μία λέξη για το δέντρο ή μία εικόνα-ζωγραφιά του. Επειδή ακριβώς μπορεί να το μεταφέρει ως έννοια, μπορεί κατά συνέπεια να το μεταφυτέψει και σαν πράξη.

Όταν η διαδικασία της μεταφοράς εξαντλείται σε ένα μέρος των πραγμάτων, αδυνατεί να μεταφέρει τη σκέψη στην ολότητά τους και κατά συνέπεια να πράξει ανάλογα με αυτήν. Η γνώση που αναλίσκεται στον τεμαχισμό των πραγμάτων κρύβει το είναι τους αντί να το φανερώνει και αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο, που χάνεται μέσα σε αυτά.

Η φύση μέσω του ανθρωπίνου γένους της αναζητεί τη μεταφορά της στον λόγο. Ο άνθρωπος παρήχθη από την ανάγκη της να επαναληφθεί σαν λέξη, να συνοδευτεί σαν τραγούδι και στίχος. Το ανθρώπινο ον είναι προϊόν της μοναξιάς της φύσης, που μέσω αυτού αναζήτησε τη συντροφιά της. Το ον αυτό μπορεί να φερθεί σύμφωνα με τη φυσική του αναγκαιότητα και να αποδώσει ποιητικά τον κόσμο ή μπορεί να παραφωνήσει με αυτήν και να τον προδώσει φερόμενος καταχρηστικά.

Η φύση, δίνοντας τη δύναμη του λόγου στον άνθρωπο, πήρε κάποιο ρίσκο° μία παράλογη χρήση αυτής της δύναμης θα μπορούσε να την απειλήσει. Πήρε όμως και κάποια μέτρα: κρατώντας τον αναπόσπαστο μέρος της ολότητάς της και εξαρτώμενο από αυτήν, κάθε τραύμα που ο άνθρωπος θα της προκαλεί, να πληγώνει και τον ίδιο.

Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει τα πράγματα μόνο ως προς το δικό του όφελος και παραγνωρίζει την ενότητα του με αυτά, αγνοεί το πραγματικό του συμφέρον. Αν νομίζει ότι ο κόσμος έχει φτιαχτεί για να εξυπηρετήσει τον ίδιο, αυταπατάται.

Όταν η δύναμη του λόγου προσπαθεί να υποτάξει τα άλλα όντα στην εξουσία της ψεύδεται. Μπορεί να υποτάξει τις επιμέρους εκδηλώσεις τους, αλλά όχι το βαθύτερο τους νόημα και τη ψυχή τους. Η γνώση που κινείται σχετικά, μόνο ως προς το έχειν των πραγμάτων και όχι ως προς το είναι τους, μαθαίνει μόνο τη μισή αλήθεια και ψεύδεται στην ολότητα της. Το μισό της α-λήθειας είναι η λήθη και η σχετική γνώση αχρηστεύεται στο ψέμα και στη λησμονιά της καταγωγής της. Ξεχνώντας να εννοήσει το σημείο εκκίνησης των πραγμάτων, (άρα και το δικό της), ακινητοποιείται.

Η συσσώρευση της σχετικής γνώσης δίνει τη ψευδαίσθηση της κίνησης της, ενώ απλώς έχουμε μία ποιητική στασιμότητα συνοδευόμενη από ένα τεχνολογικό πληθωρισμό. Το πράγμα σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ κρυμμένο από μία πληθώρα τεχνικών γνώσεων και η ερμηνεία του γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Τόμοι προστίθενται πάνω σε τόμους και κάνουν το βιβλίο της φύσης τόσο δυσανάγνωστο που να αμφισβητείται πια και η ίδια η χρησιμότητα της γνώσης.

Αν επιμείνουμε σε αυτήν την κατεύθυνση, το πιο πιθανόν είναι να προκαλέσουμε ένα κύμα άρνησης της γνώσης και ό,τι έχουμε αποκτήσει με αυτήν, να κινδυνεύσουμε να το χάσουμε μες στην επερχόμενη βαρβαρότητα. Έτσι, η χρηστική κατεύθυνση της γνώσης θα οδηγήσει στην επιστροφή μας σε ένα κατώτερο σημείο φτώχειας, οπότε, αντί η γνώση να δικαιωθεί σαν συντελεστής πλούτου, θα αυτοαναιρεθεί προκαλώντας τη στέρηση.

Για να αποφευχθεί ένας τέτοιος κίνδυνος, επείγει η εξισορρόπηση της εξειδικευμένης γνώσης με την επιστροφή της σε ζητήματα γένους. Μόνο η ποιητική απόδοση του δέντρου μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή του° η ξεκομμένη από τη ροή του απόλυτου γνώση, αργά ή γρήγορα θα το ξεράνει, όσο και αν βελτιώνεται από καινούργιες παρατηρήσεις για τη χρησιμότητα του*.

Αν η τεχνολογική φλυαρία κοπάσει και αφουγκραστούμε τη σιωπή του δέντρου, τότε αυτό μπορεί να μας μιλήσει και να μάθουμε τα μυστικά του. Μαθαίνοντας για το άλλο γνωρίζουμε τον εαυτό μας αφού, όπως εγώ είμαι ο άλλος εσύ, έτσι και εμείς είμαστε το άλλο δέντρο.


* Η οικολογία που παραμένει μέσα στα όρια της γνώσης του σχετικού και δεν θέτει το ζήτημα του απόλυτου, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Όταν ο λόγος της μένει στο αποτέλεσμα των πραγμάτων και δεν ξανοίγεται στο τέλος τους -άρα και την αρχή τους- δεν διαφέρει ουσιαστικά από μία (υγιή έστω) τεχνολογία.

14. Η διαφορά

Επειδή μέχρι τώρα έχουμε επιμείνει στην ενότητα και στην ανάγκη τής ολοκλήρωσης μέσω αυτής, δεν σημαίνει ότι υποτιμούμε τη σημασία της διαφοράς εντός του γίγνεσθαι, όπου η διαφορο-ποίηση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην παραγωγή του πλούτου των μορφών που γεμίζουν το σύμπαν.

Η ενότητα δεν είναι ο "μπαμπούλας" του διαφορετικού και δεν είναι αυτή που το καταργεί° άλλωστε αυτή το έχει γεννήσει. Η ποικιλία των ειδών είναι προϊόν του γίγνεσθαι που ξεδιπλώνεται σύμφωνα με τις επιταγές της γέννας του κόσμου. Η γένεση του κόσμου και η έλευση της ζωής είναι προϊόντα της ενότητας, αφού η ίδια η ζωή είναι ενότητα.*

Από τη στιγμή που το Είναι εκδηλώθηκε ως γίγνεσθαι, εκτείνεται στον χώρο και τον χρόνο και παίρνει κάθε δυνατή μορφή μέχρι να το γεμίσει το άπαν με την παρουσία του. Η φορά τού Είναι είναι η πλήρωση του άπαντος με ένα σύμπαν μορφών: κάθε δια-φορά τους είναι παράγωγο αυτής της φοράς και ο πλούτος τους υπακούει σ' αυτήν την ανάγκη πλήρωσης.

Κάθε διαφορετική ύπαρξη είναι μία άλλη εκδοχή του ίδιου πάντα Είναι. Η ιδιαιτερότητά της πρέπει να είναι σεβαστή, αφού κατάγεται από το ίδιο γένος τού κάθε τι και αυτό υπηρετεί. Η ασέβεια και η αδικαιολόγητη παράβαση των ορίων τής κάθε ξεχωριστής ύπαρξης εμποδίζει τη φορά του Είναι, ενώ η δικαιολογημένη - η ως προς την φορά του πρόσβαση στη διαφορά της - την εξυπηρετεί.

Αν ο λύκος τρώει το αρνί, το κάνει γιατί είναι ενωμένο μέσω της ζωής με αυτό και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Όταν ο άνθρωπος σκοτώνει τον λύκο χωρίς αναγκαίο λόγο, μόνο και μόνο γιατί είναι διαφορετικός, στερεί κάτι από το Είναι και εισπράττει το κενό αντί κάτι άλλο που θα τον βοηθούσε να διαφοροποιηθεί περαιτέρω μέχρι να ολοκληρώσει τη μορφή του και να ταυτο-ποιηθεί πλήρως ενωνόμενος με αυτό που του λείπει.

Αυτό που απειλεί το διαφορετικό δεν είναι η πράξη της ενότητας, αλλά η αδικαιολόγητη από αυτήν επιμονή στη διαφορά. Με ανάλογο τρόπο, η ενότητα που δεν πραγματοποιείται μέσα από μια φυσική ροπή, αλλά εξαναγκάζεται από μία βούληση έξω από αυτήν, θέτει σε κίνδυνο τη διαφορά.

Αυτό που διακρίνει την ενότητα εξ ανάγκης από την εξαναγκασμένη, είναι η δικαιολόγησή της ως προς το γένος. Κάθε ον ομοιάζει του άλλου ως προς το γένος του, ως προς την κοινή καταγωγή του, και όχι ως προς το είδος του, το οποίο είναι μία διαφορετική εκδοχή της.

Κάθε ύπαρξη διαφέρει της άλλης ως προς την παρουσία της, όχι ως προς την ουσία της. Το δικαίωμα στη διαφορά σημαίνει το δικαίωμα μιας διακεκριμένης παρουσίας μέσα στην κοινότητα.

Όταν το δικαίωμα στη διαφορά παραβιάζεται για λόγους που δεν εξυπηρετούν την κοινότητα, αλλά κάποια ξένη παρουσία που κινείται διαχωρισμένη από την κοινότητα και θέλει να της επιβληθεί, (επικαλούμενη μία ενότητα προς ίδιον όφελος), τότε έχουμε τον ολοκληρωτισμό του είδους, που επιδιώκει σώνει και καλά να εκληφθεί ως γένος, ενώ φέρεται ειδικά.

Όταν το έν υπερβάλλει ως προς το μέρος του αθροίζοντας τους άλλους αριθμούς για λογαριασμό του, τότε το αποτέλεσμα αυτής της πρόσθεσης δεν είναι μία πράξη ολοκλήρωσης {εν-ότητας = το εν εντός της (οντ)ότητας}, αλλά ολοκληρωτισμού. Μόνο όταν οι άλλοι αριθμοί συναντιούνται ως διαφορετικοί, ως μία άλλη μονάδα, (ένα άλλο εν), είναι δυνατή η μαθηματική πράξη και ο λογισμός του κόσμου. Αλλά, επίσης, όταν μία μονάδα επιμένει στη διαφορά της και αρνείται πεισματικά τη άθροιση-συνάρθρωσή της με την άλλη, τότε παραμένοντας μισή υποκύπτει στο μίσος και σπαράσσεται στη μοναχικότητα της.


* Καλό θα ήταν αυτό να το αναρωτηθούν οι ειδικοί του "bing bang". Πώς είναι δυνατόν όταν το κάθε τι γεννάται από την ένωση δύο προηγούμενων κάτι, ο ίδιος ο κόσμος τους να έχει γεννηθεί από σχάση και χωρισμό; Μήπως μία τέτοια κοσμογονική ερμηνεία δεν είναι παρά σύμπτωμα της τρέχουσας χωριστικής γνώσης;!

15. Η βία

Η βία προκαλείται από τη βιασύνη ενός μέρους να ολοκληρωθεί ως μοναδικό καταλύοντας τη μοναδικότητα ενός άλλου και προσθέτοντας την στον εαυτό του. Όταν το άλλο μέρος δεν αναγνωρίζεται ως μοναδικό, (μέσω της ενότητάς του με το όλον), αλλά παραγνωρίζεται ως μοναχικό, τότε αυτή η ελλιπής εννόηση επιτρέπει τη βία. Ακριβώς επειδή θεωρείται μοναχικό εκλαμβάνεται ως αδύναμο να αντισταθεί, άρα και εύκολα προσπελάσιμο.

Το γήινο ον που αντιλαμβάνεται ελλιπώς την πραγματικότητα είναι το ανθρώπινο και είναι το μόνο στη γη που φέρεται βίαια-βιαστικά, επειδή ο λόγος του δεν έχει φτάσει ακόμη στην ολοκλήρωση του και κάνει συχνά το λάθος να την εκβιάζει με πρόωρες γενικεύσεις. Ενώ παραμένει μέσα στο σχετικό ( στο είδος), νοιώθει τη στέρηση του απόλυτου (του γένους) και αντί να αναζητήσει τη λύση της στέρησής του σε αυτό, στο απόλυτο, προσπαθεί μάταια να την εκμαιεύσει ετσιθελικά σχετίζοντας βιαίως τα άλλα είδη προς εαυτόν.

Η βία είναι μία εκτός τόπου και χρόνου επιδίωξη της ενότητας.

Τη στιγμή που το σύμπαν αρθρώνει τον πλούτο τον μορφών του εις εν γεμίζοντας το άπαν με την πολυπληθή παρουσία του ίδιου πάντα Είναι, ο χωρισμένος από αυτό άνθρωπος βγάζει τις άναρθρες κραυγές της βίας προσπαθώντας να επιβληθεί στο γίγνεσθαι. Η χαζομάρα του βίαιου ανθρώπου είναι τέτοια που δεν αναγνωρίζει καν ότι το άλλο είδος, (το άλλο εγώ), μπορεί να τον θέλει εξίσου και να έχει την ανάγκη του.

Η βία είναι αποτέλεσμα της βλακείας ενός εγώ που αγνοεί ότι το άλλο εγώ, στο οποίο επιβάλλεται, μπορεί να θέλει από τη φύση του να ενωθεί μαζί του σε ένα γόνιμο εμείς. Όταν η φύση εμποδίζεται να εκδηλώσει το θέλω της και εξαναγκάζεται παρά τη θέλησή της να το δηλώσει σώνει και καλά παραβιάζοντας τους ρυθμούς της, αυτή με όλη της τη δύναμη αντιστέκεται και δεν κάνει τη χάρη κανενός «μαλάκα», που θέλει να κάνει έρωτα μόνος του.

Ο έρωτας είναι ο τρόπος που η φύση δυναμώνει το γίγνεσθαί της παράγοντας συνεχώς νέες μορφές μέσα από τη συνεύρεση δύο ήδη υπαρχόντων μορφών. Η φυσική ερωτική ορμή υπακούοντας στη λογική τής συνέχειας μπορεί να περιμένει την κατάλληλη στιγμή να γίνει πράξη του έρωτα, γιατί ξέρει ότι αυτή η ώρα θα έρθει φυσικά, όταν και ο άλλος θα είναι έτοιμος.

Η αβεβαιότητα για την επιθυμία του άλλου είναι αφύσικη και προέρχεται από την ίδια τη δική μας αβεβαιότητα για τη φύση μας, επειδή βρισκόμαστε σε μία θέση αφύσικη. Όταν αντί να βεβαιωθούμε για αυτήν, μέσα από αυτήν, (τη φύση), επιδιώκουμε την αυτοεπιβεβαίωση μας, τότε βιαζόμαστε και βιάζουμε.

Αν είμαστε ά-σχημοι, (με την έννοια ότι δεν έχει ακόμη τελειοποιηθεί εξελικτικά η μορφή-σχήμα μας), τότε κανονικά πρέπει να αναζητήσουμε την ομορφιά στον έρωτα, αφού αυτός την παράγει με τη γένεση των νέων μορφών που γονιμοποιεί η πράξη του. Αν, όμως, δεν φερθούμε ερωτικά και εκβιάσουμε την ερωτική πράξη, τότε επιμένουμε στην ασχήμια μας. Ο βιασμός το μόνο που μπορεί να παράγει είναι τη ματαίωση του έρωτα, άρα και της ομορφιάς.

Η ματαίωση των έργων της βίας είναι αναπόφευκτη διότι, απλά, ποτέ ένα ψέμα δεν πρόκειται να δικαιωθεί από την αλήθεια και μοιραία θα διαψευστεί. Όταν το άλλο αντιλαμβάνεται ψευδώς ως μοναχικό και βιάζεται, τότε αυτό, επειδή είναι αληθινά μοναδικό, προβάλλει αντίσταση και δεν υποχωρεί. Αυτό που λανθασμένα θεωρείται εύκολο να υποταχθεί, είναι στη πράξη πολύ δύσκολο να αλωθεί και υπερασπίζεται μέχρι τέλους τη μοναδικότητα του. Μόνο ο θάνατος μπορεί να του τη στερήσει, αλλά ο φόνος του άλλου σημαίνει και τη δική μας καταστροφή, (αφού δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτό και γι' αυτό, άλλωστε, το επιθυμούμε διακαώς).

Βιάζοντας τη φύση το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε είναι την πρόωρη καταστροφή μας. Βιάζοντας έναν άλλο θεωρώντας τον μισό, το μόνο που μπορούμε να προκαλέσουμε είναι το μίσος του.

Όμως, όπως η υπερβολή μιας ορμής, (της ορμής που δεν λαμβάνει υπόψη την επιθυμία του άλλου να συμβάλλει στην πραγμάτωσή της), προκαλεί την καταστροφή, έτσι και η υποχώρηση από αυτήν επιφέρει το κενό. Όταν ο άλλος αποφεύγεται, επειδή αγνοείται η ανάγκη του να ενωθεί μαζί μου, αγνοεί με τη σειρά του εμένα που τον εγκαταλείπω στη μοναξιά, και τότε δεν συμβαίνει τίποτε, ενώ θα μπορούσε να συμβεί.

Πρόκειται πάλι για βία, μόνο που αυτήν τη φορά αντί να στρέφεται εναντίον του άλλου, κρατάει τον ίδιο εμένα μακριά του. Στην περίπτωση που το άτομο δεν επιτίθεται, αλλά παραμένει επίμονα κλεισμένο στον εαυτό του, μπορεί να μην προκαλεί την καταστροφή του άλλου ατόμου, αλλά το αφήνει στη μοναξιά του, που μπορεί να είναι εξίσου σπαραχτική.

Το αποτέλεσμα και η αιτία και των δύο ειδών βιασμού, (του παθητικού και του ενεργητικού), είναι κοινό: ο χωρισμός. Το ένα είδος βίας συνοδεύει πάντα το άλλο αλληλοσυμπληρώνοντας το σε μια κατάσταση ερωτικής στέρησης και ποιητικής φτώχειας.

16. H φτώχεια και ο πλούτος

Ο άνθρωπος, ως ελλιπές ακόμη ον, αναζητεί φυσιολογικά τον πλούτο του: την πλήρωση της ύπαρξής του μέχρι του βαθμού τού είναι του, τον εμπλουτισμό του λόγου του με τη σοφία του Λόγου και την πλήρη ταυτο-ποίησή του. Η δυναμική του ανθρώπου ευφορείται από την ανάγκη του να αναπτυχθεί ως εκεί που θα αισθάνεται ταυτός, δηλαδή πλήρης και αυτάρκης, ξεπερνώντας κάθε του έλλειψη, κάθε υστέρησή του από το όλον του.

Η παραμονή του σε ένα κατώτερο επίπεδο ανάπτυξης από αυτό που θα μπορούσε να έχει, του προκαλεί τη δυσφορία της φτώχειας.

Η φτώχεια [εκ του "πτώσσω": συστέλλομαι, (μαζεύομαι, ζαρώνω), από φόβο] προκαλεί φόβο και απαρέσκεια, διότι εξαναγκάζει τη δύναμη σε μία μη αναγκαία συστολή της, συγκρατώντας την σε ένα κατώτερο σημείο ανάπτυξης σε σχέση με τις δυνατότητες της.

Αν η ανάπτυξη σημαίνει τη διαστολή της δύναμης μέχρι την πλήρη αξιοποίηση κάθε δυνατότητάς της, η υπανάπτυξη συστέλλει τη δύναμη αχρηστεύοντας το μέρος εκείνο που ενώ έχει δυνατότητα να αξιοποιηθεί μένει αναξιοποίητο.

Ο διαχωρισμός της δύναμης από την εκάστοτε δυνατότητά της είναι προϊόν του εξαναγκασμού ενός ανθρώπου από έναν άλλο. Τα άλλα γήινα όντα πληρούν στο άρτιο την ακολουθία δύναμης-δυνατότητας, (αφού έχουν ολοκληρώσει την ταυτοποίησή τους), και αν εμποδίζονται από κάποιον να την ακολουθήσουν, δεν υποχωρούν εύκολα από αυτήν, διότι είναι πλέον φύση τους, και την υπερασπίζονται μέχρι θανάτου.

Η διατάραξη της αναπτυξιακής ακολουθίας, (της ακόλουθης ανάπτυξης του ζεύγους δύναμης-δυνατότητας και της παραγωγής πλούτου ως προϊόν της συνουσίας του), προέρχεται από τη βία.

Όταν ένα άτομο επιδιώκει τη διαστολή της θέσης του πέραν των φυσικών της δυνατοτήτων, αναζητώντας μία δύναμη που δεν του ανήκει, το κάνει εις βάρος ενός άλλου. Νομίζοντας ότι ο πλούτος του συνίσταται στη μεγέθυνση τού εγώ του με προσθήκες από κομμάτια-λάβαρα που έχει καταφέρει να αποσπάσει από ένα άλλο εγώ, θρονιάζεται πάνω σε ένα ψέμα που αργά η γρήγορα θα τον ανατρέψει.

Όπως η βία ποτέ δεν επαληθεύεται, έτσι και ο θησαυρισμός ποτέ δεν πρόκειται να δικαιωθεί ως πλούτος. Όποιος νομίζει τον εαυτό του έξυπνο επειδή κατάφερε να εμπλουτίσει την έλλειψή του στερώντας τον πλούτο ενός άλλου, ξεγελάει τον εαυτό του. Όποιος θεωρεί τον εαυτό του γενναίο γιατί υποδούλωσε, κοροϊδεύει τη δειλία του. Αυτός που εξαπατά, αυταπατάται.

Η στέρηση του εγώ από την ταυτότητά του δεν ξεγελιέται με την ενίσχυση της ετερότητάς του, του διαχωρισμού του από την ενότητα. Η ψυχή ξέρει πολύ καλά ποιο είναι το συμφέρον της και ο πόνος της δεν ανακουφίζεται με επιθέματα τροπαιοφόρα, αλλά μάλλον υποτροπιάζει από τη φρίκη τους. Αργά η γρήγορα, η πληγή θα σκάσει ξερνώντας το μαζεμένο πύον της.

Όταν το μαζί γίνεται μαζεύω για λογαριασμό μου, η υγιής κυκλοφορία του χρήματος εμποδίζεται και κάποια μέρα ο λογαριασμός μου θα ξεχειλίσει από αρρώστια. Όταν κάποιος μπουκώνει το στομάχι του υπέρ το δέον δεν μπορεί παρά να το αποβάλλει πρόωρα αχρηστεύοντας την τροφή σαν εμετό ή διάρροια. Έτσι και ο πλούτος αχρηστεύεται από αυτούς που τον συσσωρεύουν και χάνει την αξία του του.

Το γεγονός ότι ήδη ο πλούτος παρεξηγείται ως συνώνυμο της ξεχωριστής από την κοινότητα διάκρισης ενός υπερμεγεθυσμένου ατόμου, (και όχι σαν η διάκρισή του εντός αυτής και υπέρ της), δημιουργεί μία σύγχυση στόχων. Η παρεξήγηση της έννοιας της λέξης "πλούτος" στερεί από τον άνθρωπο το ουσιώδες αναπτυξιακό του κίνητρο και τον εγκλωβίζει σε ένα λάθος που ακυρώνει τη σκέψη και τη πράξη του καθηλώνοντας τον σε μια διαρκή υπανάπτυξη - μια ανάπτυξη κατώτερη του.

Πολλοί παρεξηγούν τον πλούτο για πλουτισμό μερικών και τον καταδικάζουν, ενώ κάποιοι κάνουν την παρεξήγησή του επιδίωξή τους. Οι δύο απόψεις αλληλοεξουδετερώνονται αποκρύβοντας την αληθινή σημασία του πλούτου. Η απόκρυψη της πραγματικής σημασίας του πλούτου και από τους μεν και από τους δε, οφείλεται κατά βάση στο φόβο τους μπροστά στην αλήθεια.

Ο φόβος των πλουτοκρατών για το υπαρξιακό τους έλλειμμα είναι τέτοιος που δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν και προσπαθούν να το αποκρύψουν με παραισθήσεις μεγαλείου. Έτσι, ντοπάρονται με σκευάσματα σκόνης που τα προμηθεύονται κονιορτοποιώντας τους άλλους και περιφέρονται μέσα στον κουρνιαχτό ως πλούσιοι και πλήρεις, ενώ είναι κενοί κάθε ουσίας. Θέλουν να επιβραβεύονται σαν τολμηροί, ενώ είναι απλώς επιτήδειοι στην (αυτο)εξαπάτηση του φόβου τους.

Οι υποταγμένοι με τη σειρά τους προσπαθούν να ξεγελάσουν τον φόβο τους κάνοντας τη φτώχεια τους άποψη. Υποχωρώντας από τον πλούτο υποχωρούν και μπροστά σε αυτούς που προχωρούν πέραν αυτού στην αθέμιτη συσσώρευση του.

Οι μεν συμπληρώνουν τους δε συγκρατώντας την ανάπτυξη σε ένα χαμερπές επίπεδο. Αν το πράγμα παρέμενε στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων, θα λέγαμε μικρό το κακό. Αλλά το κακό πλεονάζει. Η αλληλοεξουδετέρωση του ανθρώπου δεν λαμβάνει χώρα σε ένα ουδέτερο γήπεδο, αλλά γίνεται μέσα και εις βάρος της γήινης πλάσης.

Με τον ίδιο τρόπο που η ανισόρροπη «ανάπτυξη» των λίγων εις βάρος των πολλών φθείρει τον άνθρωπο, προκαλεί φθορές και στο περιβάλλον του, και μάλιστα ανεπανόρθωτες. Αν ένας άνθρωπος έχει την ευλυγισία να σκύβει την πλάτη του σε έναν άλλο άνθρωπο, τα υπόλοιπα όντα της φύσης δεν μπορούν να υποχωρήσουν από την αδιάρρηκτη ενότητά τους με αυτήν παρά μόνο σπάζοντας στα δύο. Τούς είναι αδύνατον να αποδεχτούν μία διαστρεβλωμένη ανάπτυξη εις βάρος τους και δεν μπορούν με τίποτε να συμβάλλουν στη διαστρέβλωση του πλούτου. Η ιδιωτεία του ανθρώπου που επιμένει σε έναν πλουτισμό κατ' ιδίαν τα αφήνει ξένα. Με τη σειρά τους δεν μπορούν παρά να αποξενώσουν τον άνθρωπο από τον πλούτο τους και να τον τιμωρήσουν με τη φτώχεια τους.

Η φύση αντιστέκεται παθητικά σε μία ανάπτυξη που έχει εκτροχιασθεί από το ζήτημα του ουσιαστικού πλούτου. Πριν το ανθρώπινο όχημα τσακιστεί στον αδιαπέραστο τοίχο τής τελευταίας αμυντικής της γραμμής, (αφού παραβιάσει την ελάχιστη απαραίτητη συνοχή της), ο μόνος που μπορεί να το φρενάρει έγκαιρα είναι αυτός που το οδηγεί, εμείς.

Επειδή ο άνθρωπος κινείται φυσιολογικά προς τον πλούτο του δεν πρόκειται να συμμορφώσει την πορεία του προς την κατεύθυνση της φτώχειας, παρά μόνο προς την κατεύθυνση αυτού, και είναι ευθύνη όσων τη γνωρίζουν, να την υποδείξουν έγκαιρα, πριν είναι αργά. Κάθε καθυστέρηση στη φτώχεια είναι επικίνδυνα χρονοβόρα.

17. H ποσότητα και η ποιότητα

Το κρίσιμο ερώτημα του ανθρώπου είναι το ποιος είναι και όχι το πόσος.

Το θέμα της ποσότητάς του λύνεται εύκολα με μία ζυγαριά και ένα μέτρο, που μπορούν να υπολογίσουν τις διαστάσεις του. Η ποσότητα είναι ένα μέγεθος σωματικό και δείχνει το βάρος, τον όγκο και την κίνηση της ύλης. Έχει να κάνει με τον χώρο, από την άποψη ότι η ύλη εκδηλώνεται και βαραίνει εντός του, και όταν κινείται παίρνει διαδοχικές θέσεις σε αυτόν.

Τα όργανα μετρήσεων που διαθέτουμε είναι αρκετά για να μας δώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τον χώρο που καταλαμβάνει το σώμα μας και για το πόσο βαραίνει πάνω στη γη. Μπορούν ακόμη να μετρήσουν την απόσταση που χωρίζει το ένα σώμα από το άλλο, όπως και την ταχύτητα που αναπτύσσουν κινούμενα. Δεν μπορούν, όμως, να μετρήσουν την απόσταση που χωρίζει το σώμα από το πνεύμα° το μόνο όργανο που μπορεί να το κάνει είναι η ψυχή.

Η ποιότητα δίνει λόγο στη σύσταση των πραγμάτων και γι'αυτό ακριβώς δίνει λόγο στη ψυχή τους. Η ψυχή είναι η σύσταση των πραγμάτων στη ζωή. Ο παλμός της ζωής χτυπάει στον ρυθμό τής ψυχής και με αυτήν την έννοια η ποιότητα είναι ένα μέγεθος που μετράει τον χρόνο, ως το μέτρο αυτού του ρυθμού.

Η διαφορά της ποσότητας από την ποιότητα ως προς την κίνηση, (την ροή του γίγνεσθαι), είναι ότι η μεν μετράει τον χώρο που αυτή καταλαμβάνει και η δε τον τρόπο που αυτή γίνεται. Ο τρόπος είναι συνάρτηση του χρόνου, ως τροπή-φορά του.

Η έλλειψη του ανθρώπου έχει κυρίως να κάνει με τον χρόνο που ως είδος βρίσκεται πάνω στη γη, δηλαδή μέσα στον χώρο. Αν υστερεί δεν είναι γιατί ο χώρος δεν του είναι αρκετός, αλλά γιατί ο χρόνος που μέχρι τώρα είχε στη διάθεση του δεν του έχει επαρκέσει για να πληρώσει τη θέση του με την φύση της.

Κανονικά, λοιπόν, η προσπάθειά του για πλούτο - πλήρωση της θέσης του με την φύση της - θα έπρεπε να εστιάζεται στο θέμα της ποιότητας. Βάζοντας ως προτεραιότητά του να ανακαλύψει το τρόπο που τα πράγματα και ο ίδιος συστήνονται εις όλον, θα μπορούσε να βρει ταχύτερα τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην ολοκλήρωσή του και να δώσει έγκαιρα λύση στο ζήτημα της σύγκλισής του με την τροχιά του Είναι. Αντ' αυτού χρονοτριβεί σε μετρήσεις άσχετες με την κρισιμότητα του ζητήματός του.

Με τον ίδιο τρόπο που μπερδεύει τη φτώχεια με τον πλούτο εκλαμβάνει συχνά την ποιότητα για ποσότητα και προσπαθεί να λύσει την έλλειψη της πρώτης διογκώνοντας τη δεύτερη. Προσθέτει στο βάρος του πράγματα που δεν του ανήκουν και κλέβει στη ζυγαριά. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει έτσι είναι να γίνει πιο δυσκίνητος και στο τέλος να βουλιάξει από το βάρος του.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το ζήτημα της ποσότητας είναι πλέον δευτερεύον. Μπορεί στην αρχή του ο άνθρωπος να χρειαζόταν πρωτίστως να κατακτήσει τον χώρο, αλλά τώρα πια κινδυνεύει να ξεχειλίσει εκτός του. Κάθε περαιτέρω ποσοτική εμμονή μειώνει τα ποσοστά της πιθανότητάς μας να κερδίσουμε τον πλούτο που θα μας γεμίσει την ύπαρξή μας με ουσία.

Αν δεν θέλουμε να πάει χαμένος ο χρόνος μας σε ανούσιες ασχολίες, πρέπει να βρούμε τον τρόπο που θα γεμίσουμε τη χρονική στιγμή μας με τη διάρκεια της αιωνιότητας του χρόνου, πρέπει να βρούμε την ποιότητά μας και να την κατακτήσουμε.

18. O πολιτισμός

Ο πολιτισμός είναι το δίκτυο μέσω του οποίου η πόλη* συν-κοινωνεί τα μέρη της {πολι(τ)ισμός}. Η ανάπτυξη του δικτύου καθορίζει την ποιότητα της συναλλαγής.

Η κατάληξη "ισμος" σε μία λέξη σημαίνει τη γενίκευση της έννοιας της. Με άλλες λέξεις αυτό γίνεται εκβιαστικά και με άλλες αυτό συμβαίνει δικαιολογημένα από το γένος τους.

Στην περίπτωση που η λέξη "πολιτ-ισμός" αντιλαμβάνεται μόνο ως προς ένα μέρος των συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα εντός της πόλης, ας πούμε το καλλιτεχνικό, τότε χάνει το νόημα της ως ορισμός μιας γενικής συνθήκης. Ο πολιτισμός δεν είναι καλλιτεχν-ισμός, διότι οι τέχνες δεν καθορίζουν το σύνολο της δραστηριότητας μιας πόλης, όπως δεν το καθορίζει μόνο η πολιτική ή η οικονομία.

Εφόσον η γλώσσα είναι το δίκτυο μέσω του οποίου οι πολίτες συγκοινωνούν τον λόγο τους, η λέξη "πολιτισμός" δικαιώνεται ως γενίκευση μόνο όταν αναφέρεται στη συνολική λειτουργία αυτού του πλέγματος λόγων, άρα και πράξεων, της πόλης. Σε σχέση με τους επιμέρους λόγους που αναπτύσσονται σε κλάδους, (όπως την Οικονομία, την Επιστήμη, την Πολιτική, κ.λ.π.), σημαίνει τον τρόπο που αρθρώνουν τον ειδικό τους λόγο σε ενιαία πρόταση, παρά το πώς τον αναπτύσσουν χωριστά και κατ' ιδίαν.

Ο πολιτισμός ορίζοντας ένα πεδίο συνάντησης των επιμέρους ορίζει την ποιότητα.

Η ποσότητα μπορεί να διαιρεθεί σε επιμέρους ποσά, ενώ η ποιότητα δεν γίνεται να επιμερισθεί γιατί είναι ο τρόπος που τα πράγματα συστήνονται και όχι το πώς διίστανται. [Γι' αυτό άλλωστε και η "διάσταση" έχει σημασία ποσοτική]. Η ποιότητα, ως τρόπος σύστασης των πραγμάτων, είναι συνώνυμη του πολιτισμού, αφού και αυτός σημαίνει τη σύσταση τους.

Ο τρόπος λοιπόν που ένα μέρος -ένα ποσόν- συναντάει το άλλο μέσα στην κοινότητα μιας πόλης, καθορίζει την ποιότητα και τον πολιτισμό της. Όταν τα μέρη δεν συναντιούνται ως προς το ζητούμενο της ποιότητας, αλλά ανταγωνίζονται ως προς την ποσοτική-επιμέρους επιδίωξή τους, τότε μένουν απολίτιστα. Ο τρόπος που δεν συνεργεί στην κοινότητα, δεν μπορεί να είναι πολιτισμένος τρόπος.

Λέμε για έναν άνθρωπο που είναι πολιτισμένος ότι "έχει τρόπους", ότι "ξέρει να φέρεται". Αυτό σημαίνει ότι αξιολογούμε τον πολιτισμό του σαν ένα φέρεσθαι, σαν μία κίνηση προς τον άλλον και όχι σαν μία ακινησία στο ατομικό του συμφέρον. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε εύκολα έναν άνθρωπο περισπούδαστο, που κρατάει πεισματικά τις γνώσεις του για δικό του όφελος, από έναν άλλο που μπορεί να μην έχει τόσες πολλές πληροφορίες για τα πράγματα, αλλά αυτό το λίγο που κατέχει, ξέρει να το δίνει.

Η διαφορά του περισπούδαστου από τον πολιτισμένο βρίσκεται στην ποιότητα της γνώσης τους. Ο μεν ένας έχει μία σωρεία αποσπασματικών γνώσεων που δεν μπορούν να αρθρωθούν και έτσι τον χωρίζουν από την σοφία του κόσμου, (όσο κι αν προσπαθεί να την προσεγγίσει συσσωρεύοντας γνώσεις). Ο δε άλλος, συναρτώντας ό,τι γνωρίζει με την κοινότητα, μαθαίνει με τον πολιτισμό του τη σοφία του κόσμου, ως τον τρόπο σύστασης του όλου.

Ο πολιτισμός (ως –ισμός) αναζητεί τη γενίκευση της γνώσης μέχρι τη σοφία, προσπαθεί να διευρύνει τη γνώση μέχρι να ανακαλύψει το γένος της και έτσι την οδηγεί στην ευ-γένεια.

Ο πολιτισμός, λοιπόν, δεν είναι ένα δεδομένο, αλλά ένα ζητούμενο. Το πολιτισμένο άτομο δεν παραμένει ακίνητο σε μία διαχωρισμένη στάση, αλλά ζητάει τη σύστασή του με το άλλο διερευνώντας τη σχέση του με αυτό.

Όταν η εκπολιτιστική διαδικασία δεν αναπτύσσεται μέχρι την πλήρη απασχόληση κάθε μέρους στην πράξη της κοινότητας, αλλά παρεμποδίζεται από μία ενασχόληση διαζευκτική, τότε ο πολιτισμός πάσχει. Οι θεωρούμενες "αναπτυγμένες" κοινωνίες δεν είναι αναγκαστικά και πολιτισμένες, εφόσον η "πρόοδός" τους είναι προϊόν της διάζευξης ενός ανθρώπου από τον άλλο και από την φύση.


* Η αρχαιοελληνική πόλη θεωρείται εδώ ως τόπος συνάντησης και όχι ως γεωγραφικός προσδιορισμός. Ο πολιτισμός σήμερα δεν μπορεί να περιορισθεί στα στενά όρια καμίας πόλης, ούτε καν ενός έθνους-κράτους. Η κοινότητα, πλέον, στην οποία αναφέρεται είναι η παγκόσμια. Αν στην αρχαιότητα μία πόλη μπορούσε να θεωρηθεί ένα κλειστό και αυτάρκες σύστημα, σήμερα η μόνη πόλη που μπορεί να θεωρηθεί ανάλογα είναι αυτή που κατοικούμε όλοι, η γη.

19. Η πρόοδος

Η πρόοδος του ανθρώπου ως προς τις προδιαγραφές του γένους του είναι αδιαμφισβήτητη. Σηκώθηκε στα δύο του πόδια, τελειοποίησε τα εργαλεία του και από τις πρώτες άναρθρες κραυγές του κατάφερε την άρθρωση ενός πλήρους συστήματος λέξεων, τη γλώσσα. Όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία, αλλά είναι προϊόντα της εγγενούς αναγκαιότητάς του να τελειωθεί σαν είδος ως προς το γένος του.

Το γένος κάθε όντος περιέχει μία σειρά εντολών που πρέπει να ακολουθήσει με συνέπεια για να αποκτήσει την ευρωστία του. Κάθε παρέκκλιση από τις επιταγές της γενετικής του οδηγίας επιφέρει την αρρώστια του. Το γίγνεσθαί του ακολουθεί το σχήμα της αποφυγής της αρρώστιας και της προσφυγής στη δύναμη {ρώμη}. Έτσι κι ο άνθρωπος κινούμενος μακράν της αδυναμίας του και ακολουθώντας την δύναμή του ανακάλυψε τις δυνατότητες τού γένους του. Δεν προόδευσε απομακρυνόμενος από τη φύση του, αλλά πλησιάζοντας την, ενώ, επιστρέφοντας διαρκώς στην πηγή της γέννησής του, ανανέωνε τις δυνάμεις του.

Η γέννηση ενός ατόμου είναι προϊόν της ένωσης δύο προηγούμενων ατόμων που το έφεραν το καθένα κατά το ήμισύ του, (ας πούμε, το ένα κατά το μέρος του σπερματοζωαρίου και το άλλο του ωαρίου). Η γέννηση σημαίνει την ενότητα δύο τινών, και μόνο αυτή μπορεί να παράγει την πρόσθετη δύναμη που χρειάζεται η πρόοδος, η οποία εξασθενεί από τον χωρισμό. Ο μόνος χωρισμός που μπορεί να φέρει δύναμη είναι ο χωρισμός από τον χωρισμό.

Η αρρώστια, (και πολύ περισσότερο ο θάνατος), είναι προϊόν του χωρισμού της δύναμης από τη δυνατότητα. Χωριζόμενοι από αυτό που μας χωρίζει, απομακρυνόμαστε από την αδυναμία και προσεγγίζουμε την ρώμη, την αδιάσπαστη ενότητα της ζωής, τη συνεκτική ροή της. Η απομάκρυνση δεν είναι από μόνη της αρκετή για την πρόοδο. Χρειάζεται να συνοδεύεται ή μάλλον να καθοδηγείται από την κατάφαση της ενότητας.

Η σκέτη άρνηση είναι ανίκανη να δώσει κατεύθυνση, και χωρίς κατεύθυνση είναι αδύνατον να υπάρξει πρόοδος, αφού χωρίς αυτήν δεν πάμε πουθενά και απλά μένουμε στάσιμοι. Αυτός που αρνείται να ακολουθήσει κάτι λάθος δεν σημαίνει ότι οδηγείται στο σωστό° το πολύ που μπορεί να καταφέρει είναι να καθηλωθεί σε μία καταγγελτική στάση. Όταν υιοθετείται μόνον η στάση της άμυνας απέναντι στα πράγματα, δεν είμαστε εμείς οι νικητές, αλλά αυτά. Η γενναιότητα {η σχετική με το γένος πράξη}που χρειάζονται τα πράγματα συνίσταται στο προχώρημα πέραν της άρνησής μας στη θέση-κατάφαση του γίγνεσθαι.

Αν ο άνθρωπος είχε μείνει απλώς στην άρση του φόβου του, με το να ασχολείται μόνο να διώχνει τα στοιχεία που τον απειλούσαν, δεν θα είχε καταφέρει αυτά που του έδωσαν τη σημερινή μορφή του. Αν μπόρεσε να έχει σήμερα την όποια ομορφιά έχει, είναι γιατί κινήθηκε από τον έρωτά της. Υπακούοντας στην ερωτική του ορμή τόλμησε το φαινομενικά ακατόρθωτο φανερώνοντας έτσι στη δύναμή του τις μεγάλες της δυνατότητες.

Επιστρέφοντας διαρκώς στη γέννα του και ανακαλώντας την ως έρωτα, (αφού, γέννα και έρωτας εναλλάσσονται, με το ένα να οδηγεί στο άλλο), μπόρεσε να προχωρήσει ως είδος. Η πρόοδος, με αυτήν την έννοια, είναι μια πράξη επιστροφής, ένα ξαναβάπτισμα της ύπαρξης στην υγρασία της συνουσίας και στην πηγή τού "είναι".

Αυτό που μας χωρίζει και μας φοβίζει είναι κατά κάποιο τρόπο φανερό γιατί προέρχεται από τα φαινόμενα. Αρκεί να τα προσέξεις για να το καταλάβεις. Αυτό, όμως, που μας ενθαρρύνει και μας ενώνει, πρέπει να το ανακαλύψεις ανατρέχοντας πίσω από τα φαινόμενα, στο είναι τους. Οι ανακαλύψεις του ανθρώπου δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία αναδρομή στο Είναι.

Αν θέλουμε ως άνθρωποι να προχωρήσουμε, δεν πρέπει να παύσουμε να ανατρέχουμε σε αυτό που μας ενώνει. Η παραμονή σε ένα καθεστώς χωριστικής ανάπτυξης μάς βγάζει έξω από την τροχιά της εξέλιξής μας. Από την άλλη, η αποφυγή της ανάπτυξης και η αποδοχή της παρούσας κατάστασης μάς κρατά στάσιμους στη φτώχεια και στην έλλειψη. Πολύ περισσότερο, η επίκληση ενός καλύτερου παρελθόντος μάς επιστρέφει σε ένα κατώτερο σχήμα ενότητας και ακόμη μεγαλύτερης έλλειψης. Το μόνο παρελθόν που μπορούμε και πρέπει να επικαλούμαστε είναι το απώτατο, αυτό από το οποίο όλοι και όλα έχουν προέλθει.

Ο άνθρωπος πρέπει να συνεχίσει να προοδεύει αν θέλει να βρει την λύση της στέρησης του και να λυτρωθεί ως προς το απόλυτο. Η πρόοδος δεν είναι κάτι κακό, όπως έχει παρεξηγηθεί, είναι κάτι το αναγκαίο. Παρεξηγείται γιατί ταυτίζεται με αυτό που δεν είναι, με την αποσπασματική-ποσοτική ανάπτυξη: ο βίαιος διαχωρισμός της οδηγεί τον άνθρωπο σε τέτοιο αδιέξοδο που το μέλλον, αντί να είναι ο χρόνος που τον καλεί στην επίτευξη της γενναιότητάς του, τον φοβίζει.

Χωρίς την προσδοκία του μέλλοντος καθυστερούμε σε ένα ελλιπές παρόν, με κίνδυνο να επιστρέψουμε σε ένα χειρότερο παρελθόν. Η προβολή της προόδου στις σωστές παραμέτρους της μπορεί να δώσει πάλι στο μέλλον μας την προσδοκία.

Αν αρνούμαστε να ενηλικιωθούμε και να αναλάβουμε την ευθύνη της προόδου μας στον χρόνο, τότε ο χρόνος θα κυλάει εις βάρος μας - και όχι μόνο εναντίον εμάς των ιδίων, αλλά και όλης της γήινης πλάσης, δεδομένης της ισχύος μας απέναντί της .

Το πλάσμα άνθρωπος έχει προ πολλού παύσει να είναι παιδί και έχει μεγαλώσει αποκτώντας την πλήρη σωματική του ισχύ. Μπορεί στην αρχή, ως παιδί, να επέμεινε στο εγώ του, (επειδή ακόμη δεν το είχε βρει), και να το διεκδίκησε εναντίον άλλων πλασμάτων που το απειλούσαν. Αλλά τώρα το απειλεί ο εγωισμός του.

Επιμένοντας να εναντιώνεται πεισματικά σε κάτι που δεν του είναι πλέον ξένο, (τη φύση), δεν μπορεί παρά να το κάνει ξανά εχθρικό. Μόνο που αυτή τη φορά τα πλάσματα της φύσης δεν θα το φοβίσουν με την παρουσία τους, αλλά θα το απειλήσουν με την απουσία τους.

Ο ανθρώπινος εγωισμός αποτελεί τροχοπέδη στην πρόοδό του και για να την αποδεσμεύσει πρέπει να ανοίξει το εγώ του στην ενότητα της φύσης και να πράξει σύμφωνα με αυτήν.

20. Το μέτρο

Η υπερβολή, συνήθως, βλάπτει. Όταν όμως επικαλούμαστε τη γενναιότητα του ανθρώπου για να ερμηνεύσουμε και να ζητήσουμε την πρόοδό του, δεν τον καλούμε να υπερβάλει εαυτόν; Τότε, ποια είναι η υπερβολή και πού βρίσκεται το μέτρο;

Αυτό που ξεχωρίζει τη γενναιότητα από την υπερβολή της σε θράσος είναι η σχέση που έχει η καθεμία με κάτι ξένο. Ο θρασύς γίνεται παράτολμος επειδή ο φόβος του για το ξένο είναι υπερβολικός και το θεωρεί εκ προοιμίου εχθρικό. Αντιδράει σπασμωδικά απέναντί του και εφορμά εναντίον του.

Ο γενναίος δεν αντιδρά σπασμωδικά, αλλά δρα εν σχέσει. Συνέχοντας την ορμή του με το γένος του και πράττοντας μέσα στα όρια του, συνέχει και το είδος του με το άλλο - το ξένο είδος. Η σκέψη του έχει τη δύναμη να δει πίσω από τα φαινόμενα και να αναγνωρίσει ακόμη και στο φαινομενικά εχθρικό την εκ γένους ενότητα του με αυτό. Έτσι, παίρνει θάρρος και η δύναμη του βρίσκει τη δυνατότητα να συνεταιριστεί το άλλο σε έναν κοινό στόχο.

Ο θρασύς δεν ζητάει να συνεταιριστεί το άλλο, επειδή δεν μπορεί να διαγνώσει καμία κοινότητα με αυτό. Το αντιλαμβάνεται ολοκληρωτικά εχθρικό και έτσι το μόνο που καταλαβαίνει ως όφελός του είναι να το υποδουλώσει και να το προσεταιριστεί. Καταφέρεται εναντίον του νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο δρα προς συμφέρον του.

Όταν το συμφέρον αντιλαμβάνεται εγωιστικά οδηγεί στην αυθάδεια, ["αυθάδης" εκ του "αυτός+ήδομαι" =ευχαριστιέμαι με τον εαυτό μου =είμαι μαλάκας]. Η μαλακία τού αυθάδη προέρχεται από την αδυναμία, μαλθακότητα της σκέψης του. Η ισχυρογνωμοσύνη του δεν έχει να κάνει με τη γνώση της πραγματικής ισχύος, αλλά με την αλαζονεία.

Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στη δύναμη της συνέχειας των πραγμάτων. Όποιος την παραβαίνει καταδικάζεται στην αδυναμία και στην αρρώστια. Αυτός που πράττει εν σχέσει με αυτήν επιβραβεύεται ως ρωμαλέος και δυνατός. Εκείνο που καθορίζει μία πράξη ως δυνατή, (ως φέρουσα στη δύναμη την δυνατότητα να πραγματωθεί), είναι η υπακοή της στο μέτρο.

Το μέτρο είναι ο τρόπος που η ισχύς πραγματοποιείται: υπακούοντας η δύναμη σε αυτόν τον τρόπο επιτρέπει στα πράγματα να διατηρήσουν την ξεχωριστή μορφή τους την ίδια στιγμή που εξ αιτίας της μορφο-ποιητικής τους δυναμικής μπορεί να συνέχονται για να γεννήσουν μιαν άλλη μορφή. Αυτός ο τρόπος πραγματοποίησης συμβάλλει στον πλούτο των ειδών, μετερχόμενος το μέτρο που φροντίζει να μην πολτοποιηθούν σε μία άμορφη ενότητα. Το μέτρο συγκρατώντας την ορμή της ισχύος από την υπερβολή, εξυπηρετεί τον σκοπό του γίγνεσθαι, που δεν είναι άλλος από την πλήρωση του άπαντος με κάθε δυνατή μορφή τού Είναι που μπορεί λάβει χώρα εντός του.

Το μέτρο είναι αυτό που δίνει στα πράγματα τον δικό τους διακεκριμμένο χώρο, για να μπορέσουν να κινηθούν. Μόνο κάτι που έχει τον χώρο του μπορεί να προ-χωρήσει. Χωρίς χώρο κάθε κίνηση καθίσταται αδύνατη. Το μέτρο δεν διαχωρίζει τα πράγματα, αλλά, δίνοντας τους χώρο, τούς δίνει τη δυνατότητα να συναντηθούν.

Μόνο αυτός που μπορεί να διακρίνει τον ειδικό χώρο του άλλου και να τον πλησιάσει διακριτικά, μπορεί να συναντηθεί γόνιμα μαζί του, σύμφωνα με τις επιταγές του γίγνεσθαι, (αφού το ίδιο το γίγνεσθαι παρέχει τον χώρο στο κάθε τι), ώστε να αποδειχθεί γενναίος και ικανός. Μόνο η δύναμη που σέβεται το μέτρο των πραγμάτων μπορεί να φτάσει στην ικανότητα.

Το μέτρο είναι το ενδιάμεσο των πραγμάτων, ο τρόπος μέσω του οποίου αυτά συναντιούνται και συνέχονται. Η αδιακρισία ενός εγώ, που τυφλωμένο από την απληστία παραβλέπει το άλλο εγώ και υποφθαλμιά τον χώρο του, οδηγεί στην αυθάδεια. Όταν, από την άλλη, το εγώ δεν διεκδικεί τον χώρο του και υποχωρεί στην επεκτατικότητα ενός άλλου, συνεργεί πάλι στην κατάλυση του μέτρου. Το ένα εγώ συμπληρώνει το άλλο παράγοντας ένα διασπασμένο εμείς, ένα "εμείς" που δεν σημαίνει τη συνέχεια του ενός με το άλλο, αλλά την ομαδοποίησή τους μέσα από τη βία.

Επίσης, η μετριότητα αυτού που δεν τολμά, αλλά παραμένει κλεισμένος στον χώρο του και απλώς τον φροντίζει, καταργεί το μέτρο. Το μέτρο παρέχοντας στο κάθε είδος τον δικό του χώρο τού παρέχει το σημείο εκκίνησής του και δεν το καθηλώνει στην ακινησία. Το μέτρο δεν υπάρχει για να μένει κλεισμένο το άτομο στον εαυτό του υιοθετώντας μια βολική μετριοπάθεια. Υπάρχει για να εξυπηρετεί το γίγνεσθαι και να προτρέπει τα άτομα να ανοιχτούν σε αυτό χωρίς φόβο ότι θα παραβιαστεί η ατομικότητά τους° είναι ο κανόνας του παιχνιδιού και αυτό που το καθιστά δυνατό.

Όποιος δεν παίζει, αχρηστεύει το μέτρο. Επειδή, όμως, είμαστε όλοι μέσα στο παιχνίδι του γίγνεσθαι αναγκαστικά, πρέπει να ακολουθούμε τους κανόνες του νομοθετώντας ανάλογα.

21. O ρυθμός

Όταν το μέτρο δεν τίθεται ως προς τον χώρο, αλλά ως προς τον χρόνο, λέγεται "ρυθμός".

Το μέτρο ως προς τον χώρο δίνει στα πράγματα την έκταση που τους αναλογεί και ο ρυθμός τούς δίνει την ένταση να αναπτύξουν τη μορφή τους μέχρι να γεμίσουν αυτήν την έκταση με την παρουσία τους και κατόπιν να συνουσιαστούν μεταξύ τους γεμίζοντας την έκταση τού παντός με το σύμπαν των μορφών τους.

Η έκταση και η ένταση είναι εκδηλώσεις της τάσης του Είναι να πληρωθεί στον χώρο και στον χρόνο. Ο χώρος και ο χρόνος καθίστανται δυνατοί και αποκτούν μέτρο στον βαθμό που η τάση τού Είναι τα διανύει. Εκτός αυτής δεν έχουν καμία υπόσταση, άρα και κανένα μέτρο. Δεν βρίσκονται έξω από το Είναι, αλλά αναπτύσσονται ταυτόχρονα και ταυτόσημα με αυτό, είναι προϊόντα του γίγνεσθαί του.

Το κάθε τι που υπάρχει έχει τον χώρο και τον χρόνο που του έχουν διατεθεί εκ του γίγνεσθαι για να κινηθεί ως προς την έκταση του ενός και την ένταση του άλλου μέχρι να ολοκληρώσει την ύπαρξή του. Στο κάθε τι αναλογεί ένα μέρος του όλου, που του έχει παραχωρηθεί προκειμένου να ολοκληρωθεί εντός του και έτσι να συντελέσει στην ολοκλήρωση της φοράς-τάσης του Είναι να μορφοποιηθεί πλήρως παίρνοντας κάθε δυνατή μορφή που μπορεί να πάρει.

Το όλον εκτείνεται και εντείνεται ως τα πέρατα του χώρου και του χρόνου. Το μέρος περατώνοντας τον ειδικό του χώρο και χρόνο ανοίγεται μέσω αυτού στο όλον° έτσι, αν και χωρισμένο από αυτό, ενώνεται μαζί του. Όπως το μέτρο δίνει στα πράγματα τον δικό τους χώρο για να προχωρήσουν στην ενότητα, έτσι και ο ρυθμός τούς δίνει τον χρόνο που ως είδος χρειάζονται για να φτάσουν στην ένωσή τους με το γένος και να προαχθούν εντός του.

Κάθε είδος έχει γεννηθεί μέσα στον χρόνο. Ο χρόνος είναι συστατικό κάθε μορφής και κάθε μορφή θέλει τον χρόνο της για να συσταθεί. Το μέτρο του χρόνου που της αναλογεί είναι ο ρυθμός που πρέπει να ακολουθήσει προκειμένου να τελειωθεί.

Ο ρυθμός [εκ του "ρέω"] συντάσσει τα πράγματα με την ροή του γίγνεσθαι, συγκρατεί την έντασή τους σε αναλογία με την τάση τού Είναι και τους παρέχει έτσι την δυνατότητα της συνέχειας της παρουσίας τους. Κρατώντας την ένταση τους σε ακολουθία με την τάση, κρατάνε τον ρυθμό του κόσμου πάλλοντα. Συγχρονίζοντας το μέρος τους και ρυθμίζοντας το σύμφωνα με τον παλμό του όλου αναγεννώνται εντός του και παραμένουν ζωντανά.

Ο παλμός είναι ένα μέσα και ένα έξω, είναι η ακολουθία της εισπνοής και της εκπνοής, η συνέχεια του εγώ και του άλλου, του κλείνομαι σε εμένα και ανοίγομαι στον άλλο. Το μέτρο του χρόνου που χρειάζεται το κάθε τι για να μαζέψει ενέργεια (εισπνοή) προκειμένου να τη δώσει κατόπιν στο άλλο (εκπνοή) και έτσι να παράγει έργο συν-ουσιαζόμενο μαζί του, κανονίζει τον ρυθμό του γίγνεσθαι του.

Επειδή η συνουσία δεν μπορεί να λάβει χώρα χωριστά από τον άλλο, παρά μόνο συνευρισκόμενο μαζί του, ο ρυθμός του γίγνεσθαι υποδηλώνει τον συντονισμό των μερών σε έναν κοινό χρόνο° ας πούμε, στη σύμπτωση της ερωτικής διάθεσης του ενός με τη διάθεση του άλλου.

Ο ρυθμός υποδηλώνει τον συγχρονισμό ενός μέρους με ένα άλλο σε ένα κοινό χρόνο, τον συντονισμό του μέρους του χρόνου που διαθέτει το ένα με το μέρος του χρόνου του άλλου σε μία κοινή τους θέση. Ο ρυθμός συντονίζει τα βήματα των πραγμάτων και τα κρατάει μέσα στον χορό του γίγνεσθαι.

Το κάθε μέρος αναπτυσσόμενο σύμφωνα με τον ειδικό του ρυθμό συγχρονίζει κατ' αρχή τα επιμέρους που το απαρτίζουν σε σώμα. Όταν η ανάπτυξη του σώματος ενταθεί μέχρι να καλύψει όλη την έκταση που του διατίθεται από το μέτρο της μορφής του, τότε η δύναμή του το οδηγεί στη συνεύρεση με ένα άλλο σώμα. Αν το άλλο σώμα βρίσκεται σε ανάλογη ένταση με αυτό, τότε η δύναμη της συνεύρεσης καθίσταται δυνατή, βρίσκοντας τον τρόπο να πραγματοποιηθεί. Αυτό που δίνει σε μια δύναμη τη δυνατότητά της είναι ο συγχρονισμός της με μια άλλη δύναμη σε έναν κοινό ρυθμό.

Είτε πρόκειται για την ερωτική, είτε για άλλη φυσική ανάγκη, (όπως η τροφή), το σώμα δεν μπορεί να την ικανοποιήσει παρά σύμφωνα με τη στιγμή του άλλου σώματος εκ του οποίου εξαρτάται η ικανοποίησή της. (Δεν μπορούμε να φάμε ένα φρούτο που δεν είναι ώριμο. Το λιοντάρι συλλαμβάνει το πιο αδύναμο θήραμα. Η αρκούδα περιμένει το πέρασμα των σολομών την κατάλληλη εποχή, κ.λ.π.). Το μέτρο του χρόνου είναι καθοριστικό για κάθε λογής πράξη και αυτή δεν μπορεί να λάβει χώρα παρά μόνο στον χρόνο που δύναται συναντηθεί με το άλλο από το οποίο εξαρτάται η πραγματοποίηση της. Εκτός ρυθμού καμία πράξη δεν είναι δυνατή.

Ο ρυθμός συντονίζει τα πάντα. Είναι ο χρόνος που τους διατίθεται προκειμένου να τεθούν αρμονικά προς το σύμπαν. Όταν αυτός ο χρόνος δεν διατίθεται και κρατιέται πεισματικά από το εγώ μας ή όταν επιτίθεται άκαιρα εναντίον ενός άλλου εγώ, τότε ο ρυθμός παραβιάζεται και έχουμε ασυμφωνία με το μέτρο του γίγνεσθαι. Εφόσον το γίγνεσθαι είναι αυτό που δίνει μορφή στα πράγματα, (τα ευμορφεί), η ασυμφωνία με αυτό τα ασχημαίνει. Ο ρυθμός συνωνυμεί την ομορφιά με την έννοια ότι συγκλίνει τον χρόνο του κάθε πράγματος με τον ρυθμό του γίγνεσθαι και το κρατάει σε συμμετρία με αυτόν.

Όπως είπαμε πριν, η βία προέρχεται από την εκτός τόπου και χρόνου επιδίωξη της ενότητας. Η εκτός χρόνου επιδίωξη σημαίνει την εκτός ρυθμού κίνηση. Όταν το εγώ μου δεν συγχρονίζεται με το άλλο εγώ και παραβιάζει τον ρυθμό του, τότε αυτό, ενώ θα μπορούσε να συναντηθεί μαζί μου, γίνεται εχθρικό.

Ο ρυθμός δίνει χρόνο στα πράγματα να μείνουν μόνα τους για να μπορέσουν μετά να συναντηθούν. Η παραβίασή του τα κρατάει αδικαιολόγητα απομακρυσμένα και εχθρικά. Όταν το εκκρεμές του χρόνου εμποδίζεται να κινηθεί ανάμεσα στο εγώ και στο εσύ, αλλά τραβιέται μόνο προς την κατεύθυνση τού εγώ, παρατείνει τη μοναχικότητά μας πέραν του αναγκαίου χρόνου και μάς καταδικάζει στη μοναξιά.

Ο "σύγχρονος" άνθρωπος για να δικαιολογήσει το επίθετό του {«συν-χρόνος»} πρέπει να βρει τον ρυθμό που θα τον συγχρονίσει με τους ρυθμούς της φύσης, αλλιώς κινδυνεύει να παραμεριστεί από το γίγνεσθαί της ως επικίνδυνα παρωχημένος.

22. H ιστορία και ο χρόνος

Η μελέτη της Ιστορίας μάς δίνει κάποιες πληροφορίες για το πως ο άνθρωπος έφτασε στη σημερινή του κατάσταση. Σύμφωνα με αυτήν, μια σειρά από «ιστορικά» γεγονότα και πρόσωπα παρενέβησαν στον ρου του ανθρώπινου γίγνεσθαι και του έδωσαν την κατεύθυνση που οδήγησε στην εποχή μας. Οι ιστορικοί υπογραμμίζουν κάποια από αυτά ως τα πλέον σημαντικά και καθοριστικά για τις ιστορικές εξελίξεις. Πόσο όμως ήταν πραγματικά σημαντικά και για ποια εξέλιξη πρόκειται;

Από την εποχή που έχουμε γραπτές μαρτυρίες και μπορούμε να παρακολουθήσουμε καλύτερα την πορεία του ανθρώπου, παρατηρούμε ότι αυτός συμβάδιζε στο πλευρό τού ποσοτικά ισχυρού και δικαίωνε τις επιλογές του αποδίδοντας του τιμή και μεγαλοπρέπεια.

Όποιος κατάφερνε να ξεχωρίσει ως ο πλέον δυνατός συγκέντρωνε γύρω του ένα σωρό άλλους. Καλλιτέχνες και επιστήμονες, ιερείς και τοξότες γίνονταν υπαξιωματικοί αυτού που η μόνη του αξία ήταν το αξίωμα της εξουσίας. Στρατεύοντας τους, υπέτασσε αυτούς που δεν του απέδιδαν φόρο υποτελείας. Έτσι μεγάλωνε την επικράτεια του και υπερισχύοντας μέσα στον χρόνο έδινε το στίγμα της εποχής του. Οι γραφιάδες φρόντιζαν να καταγράψουν τις εντολές του, τα έργα και τα κατορθώματα των ημερών του, για να μεταφερθούν σε κάθε άκρη της χώρας, σε κάθε στιγμή του χρόνου. Έτσι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα αυτά έπαιρναν την ξεχωριστή τους θέση στην Ιστορία. Μέχρι τη στιγμή που κάποιος άλλος μοιραία θα τους ανέτρεπε.

Καμία αυτο-κρατορία τους δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον χρόνο και να αποκτήσει διάρκεια εντός του, παρά κρατούσε μόνο όσο μπορούσε να διαρκέσει η (αυτ)απάτη τής κατακτητικής ισχύος της.

Κάτι που στηρίζεται στην κατακτητική μπότα ενός "εγώ", (είτε αυτό το "εγώ" είναι ένα άτομο, είτε μία πόλη ή ένα έθνος), πατάει μόνο με το ένα πόδι στη γη. Μόνο το "εμείς", η συνέχεια με τον άλλο, (το άλλο πόδι), και όχι η υποταγή του, μπορεί να δώσει ευστάθεια και κίνηση. Όταν ο άλλος περνιέται για υποστήριγμα, κάποια στιγμή θα ξεγλιστρήσει από τα χέρια αυτού που τον κρατάει υποχείριο, θα αντιδράσει στο βάρος του ξένου σώματος που τον πλακώνει και αυτό μοιραία θα σωριαστεί.

Ο κατακτητής κάνει πάντα το λάθος να εκλαμβάνει κάποια στιγμή την υποστηριγμένη αστάθειά του για ευστάθεια και τότε ή εφησυχάζει ή υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις του επιτίθεται αλόγιστα και ηττάται. Το λάθος αυτό συμβαίνει όταν το εγώ του έχει φορτωθεί τόσο πολύ με λάφυρα και έχει αποκτήσει τέτοιο βάρος που να νομίζει ότι έχει ενσωματώσει και την ίδια τη βαρύτητα° ότι την έχει οικειοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που αποκλείεται να πέσει Η κατάληξή του είναι μοιραία. Επειδή μέχρι τη στιγμή του λάθους οι επιλογές του έχουν επιβεβαιωθεί από την εκβιασμένη συγκατάθεση των ανθρώπων που έχουν υποταχτεί σε αυτές, του είναι αδύνατον να τις αλλάξει, παρά τις θεωρεί βεβαιωμένες και ως προς την φύση των πραγμάτων, η οποία όμως, αργά ή γρήγορα, θα τον διαψεύσει, και η «ιστορική» του ακμή θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στην παρακμή.

Εντωμεταξύ κάποιος άλλος έχει προετοιμασθεί να πάρει τη θέση του κατακτητή. Γειτνιάζοντας σ’ αυτή, δεν τη γνωρίζει καλά και εποφθαλμιά τη χλιδή της νομίζοντας τη για πλούτο. Έτσι, με την κατάλληλη ευκαιρία ορμά να την καταλάβει και θρονιάζεται με τη σειρά του στο ίδιο ψέμα. Δεν μπορεί να αναγνωρίσει στην αστάθεια τού προηγούμενου το ριζικό του λάθος, παρά το νομίζει για ευκαιριακό και τρέχει να το εκμεταλλευτεί. Για να μην το επαναλάβει κάνει κάποιες επιφανειακές διορθώσεις στον τρόπο που ασκεί την εξουσία του, (διότι το έχει αντιληφθεί επιφανειακά και δεν έχει καταλάβει ότι το λάθος βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της εξουσίας). Στο τέλος και αυτός θα υποκύψει στο ίδιο σφάλμα με τον προηγούμενο και θα αντικατασταθεί από τον επόμενο κατακτητή, ίδιο και απαράλλαχτο με αυτόν.

Αυτές οι διορθώσεις των εκάστοτε υπερισχυόντων δίνουν συχνά τη ψευδαίσθηση της ιστορικής αλλαγής, ενώ δεν είναι τίποτε παραπάνω από παραλλαγές στο μανδύα της εξουσίας που προσαρμόζεται κάθε φορά στη μόδα της εκάστοτε εποχής.

Από τη βασιλεία της Μεσοποταμίας μέχρι την κυριαρχία των Η.Π.Α., από το 3000 π.Χ. μέχρι το 2000 μ.Χ., το μόνο που έχει αλλάξει είναι η μετατόπιση των κέντρων που ελέγχουν τον άνθρωπο και τον εμποδίζουν να εξελιχθεί στον χρόνο. Το χθες με το σήμερα δεν διαφέρουν ουσιαστικά σε τίποτε και 5000 χρόνια ιστορίας δεν είναι παρά μία στιγμή καθηλωμένη στο δεκανίκι της εξουσίας.

Αν η Ιστορία συνεχίσει να διδάσκεται σαν δυναμική πορεία και δεν αποκαλύπτεται σαν ουσιαστική στασιμότητα, τότε το μόνο δίδαγμά της θα είναι για μεν τους αδύναμους η μοιρολατρία, για δε τους δυνατούς η επιδίωξη της εξουσίας. Οι αδύναμοι, αποδεχόμενοι την Ιστορία σαν την πραγματικότητα των αιώνων και όχι σαν το ψέμα μιας στιγμής, δεν θα μπορούν παρά να υποκύψουν στο βάρος της. Οι δυνατοί, γαλουχημένοι με παραδείγματα ιστορικών προσώπων, (που αντί για προσωρινά, θεωρούνται «αθάνατα»), θα θελήσουν να τα μιμηθούν.

Μόνο αν η ιστορία πάρει το σωστό της μέγεθος, θα μπορέσουμε να μετακινήσουμε τον όγκο της που μας πλακώνει, αυτή τη σώρευση του ψεύδους που περνιέται για ροή της αλήθειας. Όσο θα αποδεχόμαστε τον παραλογισμό της σαν λογική (ιστορική) αναγκαιότητα, η βούλησή μας θα εγκλωβίζεται και η σκέψη μας θα παγιδεύεται° το μόνο που θα μας απομένει θα είναι να περιμένουμε τον επόμενο κατακτητή μας.

Η μέχρι τώρα ιστορία δεν κινήθηκε τόσο ως προς την αναγκαιότητα του ανθρώπου να πλουτίσει, (με την ουσιαστική έννοια), όσο ως προς την υφαρπαγή του πλούτου από τους νικητές, και γι'αυτό ακριβώς τον λόγο ο άνθρωπος δεν προόδευσε ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια, εκτός σε θέματα τεχνικού λόγου (τεχνολογικά). Κάθε άλλος λόγος που δεν ασχολούταν με την ποσότητα, αλλά επικαλείτο την ποιότητα, δεν πέτυχε πολλά, παρά μόνο ελάχιστες αλλαγές κι αυτές κυρίως στην εξωτερική-αισθητική πλευρά της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι έχουν γίνει ελάχιστα. Η ιστορία δεν ήταν γεμάτη από την παρουσία του ανθρώπου, τα χρόνια της δεν ήταν γεμάτα από τον παλμό του, αλλά μόλις που σήμαιναν τον αδύναμο σφυγμό του. Η παθητική αποδοχή του παρελθόντος υποθάλπει αυτή την έλλειψη ρυθμού και συνεργεί στην παράταση της αρρυθμίας με κίνδυνο να πάθουμε στο μέλλον ιστορικό έμφραγμα. Μόνο η ενεργητική διεκδίκηση του παρόντος ως προς την ουσία μας, (και όχι την εξουσία), και η προσάρτηση τού σήμερα στο άρμα του χρόνου, μπορεί να μας ξεκολλήσει από το βάλτωμα της ιστορίας.

Το μόνο δυνατό μάθημα που μπορούμε να πάρουμε από την Ιστορία, το μόνο μάθημα που μπορεί να δώσει στη δύναμή μας κάποια δυνατότητα, είναι ότι η πορεία της δεν είναι δικαιωμένη στον χρόνο, αλλά αδικαιολόγητα στάσιμη. Η επαναληπτικότητά της, (η εναλλαγή των εξουσιαστών στο μακάβριο μοτίβο ακμή-παρακμή), δεν έχει τίποτε να κάνει με την κυκλικότητα του χρόνου της φύσης, (την κυκλική εναλλαγή των εποχών της), και ακριβώς επειδή δεν είναι τεκμηριωμένη ως προς αυτήν, δεν είναι και αναπόφευκτη. Εφόσον δεν είναι αναπόφευκτη, μπορούμε, λοιπόν, να την αποφύγουμε κάνοντας το βήμα που θα μας βγάλει από τον φαύλο κύκλο των εξουσιαστών και θα μας επαναφέρει στην τροχιά του γίγνεσθαι. Κάθε συζήτηση που δεν ενδιαφέρεται για το πως θα αποδεσμευτούμε από αυτήν την απαράδεκτη ιστορία, αλλά αναλίσκεται στο να βρει τρόπους να βολευτούμε εντός της, (προβλέποντας ακόμη και τους επόμενους δυνάστες μας), είναι καταδικαστέα. Τον χρόνο που χάνουμε φιλολογώντας την ιστορία, κάποιος τον εκμεταλλεύεται για να την επαναλάβει.

Όσο παραμένουμε στο περιθώριο του χρόνου και δεν διεκδικούμε το γέμισμά του με την παρουσία μας, καμιά έκπληξη δεν θα μας περιμένει, παρά μόνον η πλήξη της ιστορίας.

23. H υστέρηση και η μετάθεση

Ο χρόνος γλιστράει μέσα από τα χέρια μας και η ζωή μας περνάει χωρίς να τη ζήσουμε, επειδή κάνουμε το λάθος να την αφήνουμε για μετά και δεν τη ζούμε τώρα. Υποθηκεύουμε το σήμερα σε ένα αύριο υποθέτοντας ότι αυτό θα μπορέσει να μας αποζημιώσει για την απώλεια του παρόντος χρόνου. Η υπόθεση αυτή είναι λάθος, αφού ο χρόνος δεν είναι κάτι μεταβιβάσιμο, δεν μπορεί να μοιραστεί σε ποσά και να μεταφερθεί, αλλά είναι μοναδικός και η κάθε του μέρα είναι ένα αδιάσπαστο μέρος της ακολουθίας του.

Δεν μπορείς να απομονώσεις από τον χρόνο κάποια μονάδα του χωρίς αυτή να χάσει την ουσία και το νόημά της. Ο διαχωρισμός του σήμερα από το αύριο είναι ανόητος, διότι το αύριο είναι το επόμενο σήμερα, (όπως και το σήμερα είναι το προηγούμενο χθες). Αν επιμένεις να τα διαχωρίζεις, τότε το αύριο πάντα θα σου διαφεύγει και ποτέ δεν θα έρχεται.

Αν λες ότι θα ζήσεις αύριο, δεν θα ζήσεις ποτέ. Μόνο διεκδικώντας τη ζωή σου στο σήμερα, (που είναι μαζί το αύριο και το χθες), μπορείς να ξημερώσεις σε μιαν άλλη μέρα.

Το διαρκές ζήτημα του ανθρώπου, από τη στιγμή που συνέλαβε την ειδοποιό διαφορά του, είναι η πλήρωσή του στον χρόνο, η ολοκλήρωση της μορφής του στο γίγνεσθαι, η ταύτιση της ύπαρξής του με το είναι του.

Το ανθρώπινο ον δεν έχει ακόμη καταφέρει να φτάσει στο απόλυτο της μορφής του και υστερεί. Η υστέρησή του σε πολλά σημεία είναι πραγματικότητα εκ του χρόνου που ως είδος (πράγμα) βρίσκεται στη ζωή (πράξη), διότι ο μέχρι τώρα χρόνος που είχε στη διάθεσή του από τότε που εμφανίστηκε στη γη, δεν του ήταν αρκετός να λύσει το πρόβλημα της υστέρησής του σε αυτά τα σημεία. Αυτή η έλλειψη είναι φυσιολογικά δικαιολογημένη στο βαθμό που του πήρε πολύ καιρό να ολοκληρώσει τη φυσιολογία του ως homo sapiens και μετά να αρχίζει να εξερευνά τις υπόλοιπες δυνατότητές του.

Ό,τι έχει καταφέρει μέχρι τώρα το μπόρεσε γιατί κινήθηκε με τη φόρα της ολοκλήρωσης του μέρους, και της ημέρας του, στο άρτιο του χρόνου. Αν είχε διαχωρίσει τον χρόνο του σε μέρη σχετικά και ανταλλάξιμα, δεν θα είχε προχωρήσει ούτε ένα βήμα. Το σχετικό που δεν συναλλάσσεται με το απόλυτο, αλλά εκλαμβάνεται ως ανταλλάξιμο με κάτι άλλο σχετικό, (το σήμερα που δεν νοείται ως ένα οπωσδήποτε τώρα, αλλά σαν ένα πιθανόν μετά), δεν έχει καμία δυναμική.

Η δυναμική των πραγμάτων ευφορείται εκ του γίγνεσθαι, που τα οδηγεί στην ταύτισή τους με το γένος. Το γένος είναι ένα και αδιαίρετο, είναι η πράξη της ενότητας. Το γένος είναι το απόλυτο εν και τα πράγματα αρθρούμενα με αυτό μπορούν έτσι να γίνονται. Αλλιώς, αποκλίνοντας το μέρος του χρόνου τους από την ολότητα του χρόνου, δηλαδή την ίδια την πράξη του γίγνεσθαι, (εφόσον το γίγνεσθαι συμβαίνει εν τω χρόνω), αποκλείονται εξ αυτής.

Η προσπάθεια του ανθρώπου να συγκλίνει το μέρος του με το όλον και η επιμονή του να βιώσει το τώρα σαν πάντα, τον ξεκόλλησε σαν είδος, (στον βαθμό που τον ξεκόλλησε), από το τότε στερημένο "σήμερα" του. Αν είχε μεταθέσει τη λύση της υστέρησής του στο αύριο, θα ήταν ακόμη στο χθες, κολλημένος στο πρωτογενή του βάλτο σε στάση αμφίβια, (αν το πρόπλασμά του ήταν αμφίβιο και όχι κάτι άλλο).

Η εκ της πραγματικότητας του χρόνου, (του χρόνου που είχε στη διάθεσή του μέχρι τώρα), έλλειψη του ανθρωπίνου είδους ως προς το γένος του, είναι δικαιολογημένη° η εξ αιτίας της εναντίωσης του σε αυτόν καθυστέρησή του στην ένδεια είναι αδικαιολόγητη. Δεν μπορούμε να επικαλεστούμε έλλειψη χρόνου για την έλλειψή μας, όταν τον χάνουμε σε ανόητες και εκτός της πραγματικότητάς του προσθαφαιρέσεις των ημερών μας. Όποιος επικαλείται την αποτελεσματικότητα για να θεμελιώσει αυτήν την παράλογη αριθμητική, παρεξηγεί την ίδια την έννοια της αποτελεσματικότητας.

Αποτελεσματικό {εκ του «απο-τελώ»} είναι αυτό που μας άγει στο τέλος μας, δηλαδή στην τελείωσή μας. Βαδίζοντας προς αυτό το τέλος, η θέση μας αγγίζει τη φύση και ταυτίζεται με αυτήν. Η πορεία της ταύτισης καλεί στη σύγκλιση κάθε στιγμής που βιώνεται χωριστά σε ενιαίο βίωμα° έτσι, προσκαλεί στη σύγκλιση του σήμερα με το αύριο σε ένα κοινό χρόνο, όπου το σήμερα δεν θα είναι λιγότερο ή περισσότερο «ζωντανό» από το αύριο.

Αυτοί που επικαλούνται την αποτελεσματικότητα και μας καλούν να συνεχίσουμε να υποθηκεύουμε το σήμερα για να ικανοποιηθούμε στο μέλλον, το κάνουν είτε εκ του πονηρού, είτε από βλακεία.

Η βλακεία είναι ότι με αυτό τον τρόπο ποτέ δεν πρόκειται να ικανοποιηθούμε, αλλά θα παραμένουμε στάσιμοι και μόνιμα ελλιπείς.

Η πονηριά βρίσκεται στο ότι όσο εμείς υποθηκεύουμε τις μέρες μας, κάποιοι άλλοι τις τοκίζουν για πάρτη τους. Οι εξουσιαστές ξεπήδησαν και ανδρώθηκαν μέσα από το χάσμα του δικού μας χρόνου. Αν κατάφεραν μια "ωραία" ημέρα να επι-τεθούν όλων των άλλων, είναι γιατί αυτοί οι άλλοι μετέθεσαν τη μέρα τους. Αν κατάφεραν να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους είναι γιατί οι υπόλοιποι υπολείφτηκαν του εαυτού τους και υποχώρησαν από τον χρόνο τους.

Το άλλοθι του εξουσιαστή είναι η "αποτελεσματικότητα". Επειδή περνιέται για ικανό άτομο παίρνει από τα άλλα άτομα τον χρόνο τους σήμερα με την υπόσχεση να τους τον επιστρέψει πλουσιότερο αύριο. Τα άλλα άτομα πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα λύσει αποτελεσματικά τη στέρησή τους και ξεγελιούνται. Κατ' αρχήν ο χρόνος δεν εκχωρείται, αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο γινόταν και ο διαχειριστής του τον επέστρεφε τοκισμένο την επομένη, θα είχε εντωμεταξύ κερδίσει κάποιες μέρες παραπάνω από τους άλλους προσθέτοντας στο δικό του σήμερα τόσες μέρες όσοι είναι και αυτοί που του παραχώρησαν τις δικές τους. Επειδή ακόμη και να τους επιστρέψει τις χαμένες τους μέρες, αυτός θα μετράει ήδη στον λογαριασμό του κάποιες παραπάνω από αυτούς, θα συνεχίσει να τους επιβάλλεται ως ανώτερος τους, και αυτοί θα συνεχίσουν να υστερούν από την ολότητα τους, αφού επέτρεψαν κάποιο άτομο να ξεχωρίσει από το όλον τους και να τους υποβιβάσει. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας "αποτελεσματικότητας" είναι η εξακολούθηση της στέρησης στο διηνεκές και η επαναληπτική αναπαραγωγή των ελλειμμάτων μας.

Η ιστορία έχει εμπλακεί σε αυτό τον μηχανισμό υστέρησης-μετάθεσης και γι' αυτό δεν είναι ουσιαστικά αποτελεσματική, αλλά καθηλωμένη σε μια μακάβρια επαναληπτικότητα. Ο καθένας που υποχωρεί από τον χρόνο του και μεταθέτει την ευθύνη της ημέρας του, είναι υπεύθυνος για αυτήν τη στασιμότητα.

24. H ευθύνη του ατόμου

Κάθε εγώ αναπτύσσεται με τη φόρα να δυναμώσει και να βεβαιωθεί ως δυνατό και ισχύον. Αυτό συμβαίνει εκ του γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι άγει όλα τα όντα στη μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων τους, στην κορύφωση της δύναμής τους, ώστε να μπορέσουν κατόπιν να του δώσουν ισχύ και διάρκεια διαθέτοντας την πλεονάζουσα δύναμή τους σε πράξεις έρωτα και γέννας.

Από τη στιγμή που το γίγνεσθαι εφορμάται από την ανάγκη να γεμίσει το άπαν με κάθε δυνατή μορφή τού Είναι, δεν μπορεί να επιτρέψει κανένα κενό. Έτσι δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε για την καθυστέρησή μας αυτόν που την εκμεταλλεύτηκε και επεκτάθηκε πέραν των ορίων του, επειδή εμείς αδρανήσαμε. Εφόσον ο άλλος, εκ προοιμίου, θα επεκταθεί, αν εγώ του δώσω τον χώρο να το κάνει, είναι ευθύνη δική μου να μην του το επιτρέψω, αλλά κινούμενος με την ίδια ένταση με αυτόν να προλάβω τη βία του και να συγκρατήσω την ορμή του μέσα στα όρια της κοινότητάς μας.

Δεν μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου από την επί-θεση του άλλου, όταν εσύ ο ίδιος παραμένεις κλεισμένος σε μία υπό-θεση και δεν παίρνεις θέση. Καμία θεωρία του δικαίου δεν μπορεί να σε προστατεύσει, όταν εσύ ο ίδιος αδικείς τον εαυτό σου στην πράξη. Ο άλλος φέρεται άδικα, όχι γιατί είναι εκ φύσεως διατεθειμένος να αδικήσει, αλλά γιατί η δική σου θέση, που υποχώρησε από τη φύση της, του επέτρεψε την αδικία.

Στην περίπτωση που πολλά μαζεμένα εγώ αποπειρώνται να συγκαλύψουν την προσωπική τους καθυστέρηση συνασπιζόμενα σε ένα ελλιπές "μαζί", δεν καταφέρνουν τίποτε περισσότερο από το να θρέψουν με τη μάζα τους τον νέο τους εξουσιαστή. Αυτός θα ξεπηδήσει μέσα από τις τάξεις τους ως πλέον ισχυρός αυτών, εφόσον αυτά αποφεύγουν την ισχύ τους και συγκαλύπτουν τη υστέρησή τους με σοσιαλίζοντα συνθήματα.

Το "μαζί" που δεν τίθεται ως η συνάντηση του εγώ και του εσύ, δηλαδή ως συνάντηση δύο (ή περισσοτέρων) διακεκριμένων ατόμων, είναι ανίσχυρο γιατί στερείται δυναμικής. Το "μαζί" είναι αποτελεσματικό μόνο ως προϊόν της δυναμικής του κάθε ατόμου ξεχωριστά, (του ατόμου που αναπτυσσόμενο προσωπικά φτάνει στο ζήτημα τού «μαζί» για να λύσει ζητήματα που ξεπερνούν τις δυνάμεις του)° αλλιώς είναι αδρανές και ατελέσφορο.

Η αδράνεια της μάζας δεν μπορεί να συγκρατήσει για πολύ το άτομο από την εκ γενετής φορά του για ισχύ και έτσι κάποιος, αργά η γρήγορα, θα ξεχωρίσει από τη μάζα και θα της επιβληθεί. Αν δεν θέτει ο καθένας προσωπικά το ζήτημα του σε κάθε κοινωνικό κίνημα που γίνεται, ο ολοκληρωτισμός θα ξεπηδάει μοιραία μέσα από αυτό διαψεύδοντας κάθε προσδοκία.

Σωστή τακτική είναι αυτή που θέτει τον στρατηγικό της στόχο στο παρόν και δεν τον μεταθέτει στο μέλλον. Ο στρατηγικός στόχος του κάθε ατόμου είναι η ολοκλήρωσή του εν τω γίγνεσθαι, με την ενδυνάμωσή του αρχικά ως εγώ και τη συνεύρεσή του μετά με ένα άλλο εγώ σε ένα γόνιμο εμείς. Μία τακτική που δυναμώνει το άτομο προωθώντας τον στρατηγικό του στόχο το εντάσσει ταυτόχρονα στο σύνολο. Το σύνολο που απαρτίζεται από μέρη δυνατά μπορεί να προστατευτεί από την αυθαιρεσία και να προοδεύσει σαν κοινότητα.

Κάθε άτομο είναι το μέσον μέσω του οποίου το Είναι παίρνει σάρκα και οστά και πραγματώνει το γίγνεσθαί του. Όταν το άτομο από μέσον ενός σκοπού, από μέρος ενός όλου, γίνεται το ενδιάμεσο ενός μέσου, τον μόνο σκοπό που εξυπηρετεί είναι ένα άλλο άτομο-μέσον.

Η ταύτιση του μέσου και του σκοπού, η σύγκλιση της τακτικής και της στρατηγικής, συναρτά το άτομο, ως μέρος, με το όλον, και το άγει στην ολοκλήρωσή του. Οποιαδήποτε τακτική που δεν συντάσσεται με την πράξη της ολοκλήρωσης, (τη στρατηγική), υποτάσσει το άτομο στις επιταγές της εξουσίας.

Όσοι ζητάνε από τους άλλους να υποταχθούν σήμερα ως άτομα, για να προαχθούν αύριο ως κοινότητα, δεν είναι παρά προαγωγοί των συμφερόντων τους° η υποτέλεια των άλλων είναι αποτελεσματική μόνο για την ιδιοτέλεια τους.

Από την άλλη, όπως το υποτελές άτομο συμφέρει μόνο τους επιτελείς του, έτσι και το άτομο που δεν συντελεί στην κοινότητα, αλλά διατελεί χωριστά αυτής, δεν εξυπηρετεί παρά μόνο αυτούς που της επιβάλλονται. Όπως η απρόσωπη μάζα είναι ανίσχυρη να προστατευτεί από την αδικία, έτσι και ο ατομισμός είναι ανίκανος να φτάσει στο κράτος του δικαίου.

Το άτομο είναι το μέσον του σκοπού του Είναι και όχι σκοπός του εαυτού του. Αυτό που του δίνει τη δύναμη και του επιτρέπει να ίσταται ως κάτι ξεχωριστό, αυτό που του παρέχει τη δυνατότητα να υπάρχει, είναι ο σκοπός του Είναι, που το χρειάζεται ως μέσον για να εκπληρωθεί και να πληρώσει το άπαν με κάθε δυνατή μορφή του.

Ο ατομισμός δίνει την ευκαιρία στους κερδοσκόπους να πλουτίσουν, όπως η μαζοποίηση δίνει την ευκαιρία στους εξουσιαστές να κυβερνήσουν, και στη συνέχεια να συνεργαστούν οι μεν με τους δε, για να επιβάλλουν ένα καθεστώς ολιγοπωλιακής ολιγαρχίας, όπως αυτή που διαφαίνεται να συγκροτείται σε παγκόσμια κλίμακα σήμερα, εκμεταλλευόμενη την κρίση των κοινωνικών κινημάτων, που αδυνατούν να βρουν τη σύνθεση ανάμεσα στο ατομικό και το μαζικό και να συστήσουν μια δυναμική συλλογικότητα.

Ο ατομισμός και η μαζοποίηση, με τον τρόπο του ο καθένας, εκκολάπτουν εκείνα τα άτομα που εκμεταλλευόμενα τη δυνατότητά τους για ισχύ, αργά ή γρήγορα, θα υπερ-ισχύσουν. Ο ασφαλής τρόπος για να αποτραπεί αυτό είναι το κάθε άτομο να κινείται απαρέγκλιτα ως προς τη φύση του για να εκπληρώσει τόσο την αναγκαιότητά του ως μονάδα, όσο και την ικανότητα του ως κοινότητα και συλλογικότητα. Η υποχώρηση από τη φύση και όχι η φύση είναι που παράγει τους δυνάστες. Ο μόνος που ευθύνεται για το κακό που γίνεται είσαι εσύ ο ίδιος που έπαυσες να είσαι ο εαυτός σου και εγώ ο άλλος μαζί.

25. Tο καλό και το κακό

Παραμένοντας μέσα στο σχετικό που δεν αναζητεί το απόλυτο, αδυνατούμε να διακρίνουμε το καλό από το κακό και τα συγχέουμε δίνοντας τους έννοιες σχετικές. Οι λέξεις δεν μπορούν να τακτοποιηθούν παρά μόνο μέσα στην τάξη του λόγου που άγει τον άνθρωπο στην ταύτισή του με τον Λόγο και στην πλήρη εννόησή του. Όταν μία λέξη χωρίζεται από αυτή τη λογική ακολουθία χάνει το νόημα της και προκαλεί σύγχυση και αταξία.

Όπως η γλώσσα είναι το μέσον για τη συγκοινωνία* του ανθρώπινου είδους, (του έλλογου όντος), στην κατεύθυνση της ταύτισης με το γένος του, (τον Λόγο), έτσι και κάθε της λέξη εξυπηρετεί με τον ειδικό της τρόπο τον ίδιο σκοπό. Οι λέξεις που δίνουν όνομα στις σχέσεις των πραγμάτων τις χαρακτηρίζουν ανάλογα με τη συμβολή τους στο γίγνεσθαι.

Ένα "γεγονός" χαρακτηρίζεται καλό ή κακό ανάλογα με το αν συμβάλλει στο γίγνεσθαι ή το εμποδίζει. Επειδή το γίγνεσθαι οδηγεί κάθε ον στην ταύτισή του με το γένος, δηλαδή στο ολοκλήρωσή του στο απόλυτο, τα "γεγονότα" τακτοποιούνται ως καλά ή κακά εφόσον συντάσσονται με το απόλυτο ή το αποτάσσουν.

Το κακό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι καλό, ούτε το καλό γίνεται να κάνει κακό. Δεν είναι έννοιες σχετικές, αφού παίρνουν το νόημά τους ως προς το απόλυτο, άρα δεν μπορούν και να συναλλαχθούν. Από την άλλη, δεν είναι ούτε καν αντίθετες.

Η αντί-θεση θα σήμαινε ότι το ένα ορίζεται από το άλλο, εκ της αντιπαλότητάς του με αυτό. Αλλά το καλό δεν ορίζεται ως το αντίθετο του κακού, γιατί είναι η μόνη δυνατή θέση, έναντι της οποίας οτιδήποτε κακό είναι κατά βάση ανίσχυρο.

Από τη στιγμή που το κακό σημαίνει την απόκλιση από το γίγνεσθαι δεν μπορεί να έχει δύναμη, (επειδή ακριβώς η δύναμη εκλύεται από το ίδιο το γίγνεσθαι), αλλά μάλλον σημαίνει την απουσία της. Επειδή ακριβώς δεν έχει καθόλου δύναμη, δεν μπορεί και να πράξει οτιδήποτε. Μη μπορώντας να πράξει είναι ανίσχυρο μπροστά στο καλό, που είναι η μόνη δυνατή πράξη.

Δεν υπάρχει πράξη εκτός του γίγνεσθαι, ήτοι, εκτός της πραγμάτωσης τού Είναι. Οτιδήποτε γίνεται είναι καλό, από την άποψη ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αν δεν ήταν σύμφωνο με τον νόμο και τη νομή τού Είναι. Κακό είναι αυτό που δεν γίνεται° είναι η άγονη στάση, δηλαδή η απραξία.

Η πράξη δεν είναι αντίθετη της απραξίας, αλλά ανώτερή της, διότι την ξεπερνάει με τον ίδιο τρόπο που η ζωή ξεπερνάει τον θάνατο και η αλήθεια το ψεύδος. Αν πράξη και απραξία ισοσκελίζονταν ως δύο μέρη το ίδιο δυνατά, κάθε βάδισμα τού Είναι θα καθίστατο αδύνατο. Το Είναι προχωράει και καταλαμβάνει τον χώρο με το γίγνεσθαί του και αυτό το μαρτυράει το ίδιο το γεγονός της ζωής. Δεν θα υπήρχε ζωή αν το καλό και το κακό ήταν δυαδικά και διέθεταν την ίδια ισχύ. Το καλό υπερέχει σαφώς του κακού και αυτό το αποδεικνύει το προφανές της ζωής.

Αν ο άνθρωπος μπερδεύει ακόμη το αυταπόδεικτο και θεωρεί το κακό σαν ισχυρό, το κάνει γιατί παραμένει ανίσχυρος. Επειδή δεν έχει τελειωθεί και υστερεί ως προς το απόλυτο, επικαλείται συχνά τη δύναμη του κακού για να δικαιολογήσει τη στέρησή του, ενώ το κακό δεν έχει καμία δύναμη και είναι μάλλον η αδυναμία του. Παρεξηγώντας την αδυναμία για δύναμη καταφεύγει συχνά στο κακό νομίζοντας ότι έτσι θα ισχυροποιήσει τη θέση του.

Το μόνο που μπορεί να καταφέρει η προσφυγή στο κακό είναι η καταστροφή. Η θέση που φαινομενικά ενισχύεται μέσω του κακού, ουσιαστικά επιταχύνει τον αφανισμό της. Το κακό δεν έχει θέση στο γίγνεσθαι και η θέση που διατίθεται κακά προδιαθέτει τον χαμό της.

Το κακό δεν είναι υπεύθυνο παρά για το τίποτε και οι μόνοι υπεύθυνοι για το κάτι είμαστε εμείς οι ίδιοι. Αν πρέπει κάποιον να κατηγορήσουμε είναι όποιον αποφεύγει την ευθύνη τού καλού και καταφεύγει σε ελιγμούς προκειμένου να κερδίσει χρόνο. Ο χρόνος δεν κερδίζεται, ούτε και τοκίζεται, αλλά βιώνεται. Όποιος ελίσσεται στο κακό νομίζοντας ότι θα προλάβει τους άλλους και θα φτάσει μια ώρα αρχύτερα στην πηγή του πλούτου αυταπατάται και εξαπατά.

Το κακό δεν είναι παρά μία απάτη, δηλαδή κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Αυτός που εξαπατά δίνει συνήθως την εντύπωση ότι τα καταφέρνει καλύτερα από τους άλλους. Επειδή δεν νοιάζεται για κανέναν, εκτοπίζει όσους συναντάει και έτσι επεκτείνεται με μεγάλη ταχύτητα. Το κακό, σαν τίποτε, δεν έχει βάρος και ο κακός άνθρωπος, σαν πιο ελαφρύς από τους άλλους, μπορεί να πηδήξει από πάνω τους, εφόσον αυτοί δεν ορθώνουν το ανάστημά τους, αλλά σκύβουν περιδεείς, φτάνοντας ακόμη και να θαυμάσουν την προωθητική δύναμη του κακού. Αυτό, όμως, που τον προωθεί δεν είναι το κακό, αλλά αυτοί οι ίδιοι που υπολείφτηκαν του καλού.

Το κακό δεν μπορεί να παρέμβει στο γίγνεσθαι παρά μόνο προκαλώντας ένα κενό το οποίο αυτό θα καλύψει εξαφανίζοντας ότι βασίστηκε στο κακό. Το εγώ που μοιάζει να επεκτείνεται ταχύτατα μέσω του κακού τρέχει προς τον χαμό. Η ταχύτητα του κακού δεν είναι παρά η βιασύνη του ολέθρου.

Από την άλλη, το καλό δεν μπορεί να θεωρείται ως κάτι το παθητικό και αδρανές. Από τη στιγμή που είναι η μόνη δυνατή θέση δεν μπορεί παρά να τίθεται δυναμικά. Η διεκδίκησή του στο σήμερα γεμίζει τον χρόνο με παρουσία και δεν αφήνει περιθώριο στην απουσία, δηλαδή στο κακό, να παρέμβει στο γίγνεσθαι.

* Αποφεύγω συνειδητά τον όρο "επι-κοινωνία" διότι το πρόθεμα "επί" με ξενίζει, ενώ το "συν" με κοινωνεί.

26. Η αντιστροφή της πραγματικότητας

Ο άνθρωπος διακρίθηκε ως πρωταγωνιστής στη φύση μέσω της σύμφωνης με την ανάγκη του βούλησής του και αυτό έγινε αναπόφευκτα και καλά. Το κακό, και άρα καταδικαστέο, βρίσκεται στην βουλιμία του, δηλαδή στην πέραν της ανάγκης του και εναντίον των πραγμάτων, (από τα οποία εξαρτάται η ικανοποίησή της), επιδίωξή του να επιβάλλει στο παγκόσμιο σκηνικό τη δική του παράσταση.

Την εικόνα σου δεν μπορείς να τη βρεις παρά μόνο μέσα στον κόσμο, γιατί πριν από όλα είναι ο κόσμος που σου την επιτρέπει. Επί πλέον, δεν μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου παρά μόνο στις επιπτώσεις της σχέσης του με τα πράγματα. Το εγώ συσχετισμένο μόνο με τον εαυτό του δεν έχει αντίκρισμα και μοιάζει ανυπόστατο. Ο εγωιστής άνθρωπος, που θέλησε να ερμηνεύσει τα πάντα ως προς τον εαυτό του, και όχι ως προς το κοινό γένος όλων, αυτοαναίρεσε το εγώ του. Θέλοντας να κυριαρχήσει πάνω στα πράγματα, ακύρωσε την πραγματικότητά του. Η βουλιμία του είχε αποτέλεσμα το κακό, μιας και το κακό δεν είναι παρά ένα είδος ακύρωσης.

Προσπαθώντας να στήσει ένα κύκλωμα ανεξάρτητο από τον κύκλο της φύσης, ο άνθρωπος κατασκεύασε διάφορους μηχανισμούς ώστε να λειτουργεί με τη λιγότερη δυνατή εξάρτηση από τα φυσικά φαινόμενα. Όλα αυτά δεν τον βοήθησαν τελικά να νοιώσει πραγματικά αυτάρκης και πλήρης. Αντίθετα, δείχνει να παγιδεύτηκε στον ίδιο τον μηχανισμό τους και να κόλλησε σαν τη μύγα πάνω στο φως των προβολέων του. Προκειμένου να πολιορκήσει τη φυσική νύχτα αιχμαλωτίστηκε στο τεχνητό φως του.

Τα κατασκευασμένα από τον ίδιο αντικείμενα δεν μπορούν να του δώσουν τη βεβαιότητα του υποκειμένου του. Ο άνθρωπος, ως υποκείμενο, δεν μπορεί να ορισθεί παρά σχετιζόμενος με άλλα όντα, αντι-κείμενά του. Τα άλλα όντα, επειδή φέρουν από τη γέννα τους το απόλυτο, τον οδηγούν σε αυτό. Τα δικά του προϊόντα δεν τον οδηγούν παρά πίσω στον εαυτό του, οπότε, το υποκείμενό του εμμένοντας στον υποκειμενισμό τους χάνει την αίσθηση της αντικειμενικότητας και παραλογίζεται.

Με την μακριά παραμονή του σε μια αφύσικη θέση, το χάρισμα του λόγου ατόνησε από την περιαυτολογία και το δραματουργικό του τάλαντο εξαντλήθηκε από την επανάληψη του εαυτού του. Έτσι, ο άνθρωπος, που ξεχώρισε για τη δημιουργικότητά του, υποχώρησε στη φτηνή μίμηση των δημιουργημάτων του. Πιθηκίζοντας σε ένα σκηνικό-καθρέπτη υποκρίνεται τον άνθρωπο και «εξανθρωπίζει» το περιβάλλον του με την επιδίωξη να οικειοποιηθεί τη φύση αντί να εξοικειωθεί με αυτήν.

Η επιδίωξη του αυτή προήλθε από μία λάθος υπόθεση. Σε κάποια φάση της εξέλιξής του, ο άνθρωπος υπέθεσε ότι, εφόσον η μέχρι τότε πρακτική του τον δικαίωνε, τότε αν συνέχιζε να κινείται διαχωριζόμενος από τη φύση και υποτάσσοντας τη στον δικό του χώρο, θα ενίσχυε περαιτέρω την παρουσία του. Αναζητώντας την πλήρωσή του την παρεξήγησε σαν πλεονασμό τής χωρισμένης του ύπαρξης° ενώ, η ύπαρξή του είχε ήδη βρει τον χώρο που της αναλογούσε ως σώμα και της έμενε πλέον να γεμίσει τον χρόνο με το γίγνεσθαί της. Κανονικά, αυτό που έπρεπε να ακολουθήσει ήταν η πλήρωση τής ύπαρξής του στο Είναι, η ταύτιση του μέρους του με το όλον, δηλαδή η ποιοτική του ολοκλήρωση.

Το ότι ο άνθρωπος υποβάθμισε το ζήτημα της ποιότητας, οφείλεται στην παγίδευση της σκέψης του, που εγκλωβίστηκε σε ένα σύστημα ποσοτικής ανάπτυξης, η οποία δεν εξυπηρετούσε πλέον το εξελικτικό του συμφέρον, αλλά παρείχε τα μέσα σε κάποια επιτήδεια άτομα να διατηρήσουν και να διευρύνουν την ποσοτική τους υπεροχή. Ο εγκλωβισμός της σκέψης του τον οδήγησε σε μία λάθος υπόθεση και η μη έγκαιρη διόρθωσή της επέτρεψε την κατασκευή ενός παγκόσμιου σκηνικού που εξοπλισμένο με σύγχρονα μέσα τον κρατάει δέσμιο, σαν μαριονέτα, στο παράλογο.

Το άτομο αδυνατώντας να αντιπαρέλθει αυτή την σκηνική υπεροπλία του παράλογου προτιμά να το υπακούσει σαν κάτι το λογικό. Έτσι, ο παραλογισμός αποκτάει την ισχύ της μόνης πραγματικότητας, πέραν του οποίου η επιβίωση καθίσταται αδύνατη.

Προσποιούμενοι ότι ζούμε, καταφέρνουμε απλώς να επιβιώσουμε σε μία πραγματικότητα που, φορτωμένη με χρόνια υποκρισίας, έχει αναποδογυρίσει πλακώνοντας την παρουσία μας με το βάρος της απουσίας της.

27. H προκατάληψη

Ό,τι κακό έχει γίνει μέχρι τώρα, βαραίνει το σήμερα με τα αποτελέσματά του. Οι παρελθόντες άνθρωποι που επεδίωξαν μιαν αποτελεσματικότητα εστιασμένη στην ποσοτική υπερίσχυση, και όχι στην ποιοτική βελτίωση, διαμόρφωσαν ένα παρόν αναποτελεσματικό σε ποιοτικούς όρους. Θέλοντας να υπερισχύσουν στον χώρο, υποθήκευσαν το παρόν τους, μεταθέτοντας την ευθύνη του σε ένα αύριο, που είναι το δικό μας σήμερα.

Το σήμερα, εκτός από την ευθύνη του δικού του χρόνου, επιβαρύνεται από την ανευθυνότητα τού χθες, που έχει σωρευτεί πάνω του με τους αιώνες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί να σταθεί όρθιο και ευθυτενές. Κάτω από αυτό το βάρος ο σημερινός άνθρωπος λυγίζει το κορμί του και μη καταφέρνοντας να κοιτάξει μπροστά του, ομφαλοσκοπείται. Η σκέψη του αναγκάζεται να υποκλιθεί στην προκατάληψη που την πλακώνει.

Από τη φύση της, η σκέψη είναι μία λειτουργία που βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, διότι είναι η ίδια η λειτουργία της εγρήγορσης του νου, αυτή που ενεργοποιεί το λειτουργικό του σύστημα, τον λόγο, κρατώντας τον νου σε συνεχή επαφή με τον Λόγο, ώστε να εννοεί το σχέδιο του γίγνεσθαί του. Η σκέψη τείνει να βρει τον τρόπο που το άτομο θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του και του προτείνει λύσεις πώς να ξεπεράσει την έλλειψή του. Εφόσον η ολοκλήρωση δεν είναι μια στιγμιαία επιθυμία, αλλά η διαρκής ανάγκη μας, (ή αλλιώς, η ανάγκη της διάρκειας), η σκέψη βρίσκεται πάντα σε λειτουργία.

Η προκατάληψη είναι ένα παρωχημένο προϊόν του λόγου, που έχει παύσει να λειτουργεί σαν όχημα άγον στον Λόγο, και κανονικά η σκέψη θα έπρεπε να την ξεπεράσει σαν κάτι που δεν τη βοηθά. Τα έργα του παρελθόντος, όμως, αποσκοπώντας στην υπερίσχυση μέσω της μετάθεσης, κατάφεραν να αποκτήσουν μια τέτοια διάρκεια, ώστε να εξουσιάζουν τη σκέψη του παρόντος και να τη δεσμεύουν προκαταλαμβάνοντας την. Επειδή η σκέψη δεν μπορεί να παύσει να λειτουργεί, τα κάνει μέρος τους συλλογισμού της, όταν δεν αναρωτιέται για την πηγή τους και δείχνει επιπολαιότητα, από βιασύνη.

Όταν η σκέψη βιάζεται για κάποιο αποτέλεσμα στο παρόν, αγνοώντας τις δεσμεύσεις του παρελθόντος, ενσωματώνει την προκατάληψη εκλαμβάνοντας τη για λειτουργικό λογικό σχήμα το οποίο χρησιμοποιεί στον συλλογισμό της. Ενώ είναι επιβαρυμένη από την υστεροβουλία τού χθες, βιάζεται στο τώρα και έτσι δεν έχει χρόνο να αναιρέσει τα λάθη που έγιναν. Προκειμένου να πάρει οπωσδήποτε κάποιες πρωτοβουλίες, ενσωματώνει την υστέρηση του παρελθόντος σαν κάτι το αναπόφευκτο και αναγκαίο. Η πρωτοβουλία που δεν ξεπερνά την προκατάληψη, αλλά την κουβαλάει από βιασύνη μαζί της, απλώς αναμασάει έναν τετριμμένο λόγο.

Όταν, ενώ είσαι προκατειλημμένος, προελαύνεις, δεν πας πουθενά. Η σκέψη όταν δεν θάβει τα νεκρά της σχήματα βυθίζεται στον τάφο τους. Δεν μπορείς να προσποιείσαι τον άνετο όταν οι ζωντανοί νεκροί, (αυτοί, δηλαδή, που δεν έζησαν την ζωή τους στο "σήμερα" και έτσι δεν μπόρεσαν να πεθάνουν ποτέ), σε τραβούν στον λάκκο τους.

Τους νεκρούς πρέπει να τους σεβόμαστε,*αλλά τους ζωντανούς νεκρούς όχι. Στήνοντας ηρώο στη δειλία τους, κρατάμε άδηλη τη ζωή μας. Πρέπει να κρίνουμε αυστηρά τα έργα τους και όχι να υποκριθούμε ένα σέβας που δεν το αξίζουν, παρέχοντας εκδούλευση στη ματαιοδοξία τους.


* Όπως πρέπει να σεβόμαστε κι εκείνον τον λόγο του παρελθόντος που δεν υποκλίθηκε στο ψεύδος της εποχής του, μεταθέτοντας την αλήθεια στο αύριο, αλλά τη ζήτησε στο τότε του σήμερα.

28. H ενοχή

Αποενοχοποιώντας το παρελθόν μας, κουβαλάμε την αμαρτία του στο παρόν και παραμένουμε δέσμιοι της.

Η αμαρτία του παρελθόντος έγκειται στην παράβαση του Λόγου από τη βουλιμική πρακτική του ανθρώπου. Το αμαρτάνειν σύμφωνα με την ετυμολογία του [ "αμαρτάνω": εκ του στερητικού "α" και του "είμαρται", παθητ. πρκ. του "μείρομαι" =λαμβάνω το μέρος που μου ανήκει, ό,τι είναι ορισμένο από τη μοίρα° βλ. ειμαρμένη] σημαίνει το πράττειν χωριστά (-το στερητικό "α") του Λόγου (- αφού ο Λόγος είναι αυτός που ορίζει το μέρος του κάθε τι, είναι δηλαδή η μοίρα).

Ο άνθρωπος διαχωρίζοντας τον εαυτό του από το όλον και επιμερίζοντας το ως προς τον ίδιο, θέλησε λάβει ένα μέρος που δεν του ανήκει. Αντί να συναρτήσει το μέρος του με το όλον ζήτησε να προσαρτήσει το όλον στο μέρος του. Πρόκειται προφανώς για μία λάθος εννόηση, δηλαδή για τη λανθάνουσα λειτουργία της σκέψης του, που μπερδεύτηκε σε μία εσφαλμένη υπόθεση και έτσι δεν μπόρεσε να λειτουργήσει έλλογα. Η αμαρτία είναι προϊόν του έλλειψης του λόγου και όχι του ίδιου του λόγου ° είναι αποτέλεσμα μιας λάθος θέσης και όχι παράγωγο της ανθρώπινης φύσης, της φύσης του έλλογου όντος - γι'αυτό ακριβώς είναι αποφεύξιμη και διορθώσιμη.

Η αμαρτία, όμως, δεν μπορεί να διορθωθεί παρά μέσω της ενοχής. Η ενοχή, [εκ του "ενέχομαι"= έχομαι, περιπλέκομαι, κρατούμαι εν τινι], εφιστά στην σκέψη την προσοχή για τα σφάλματα του παρελθόντος, υπενθυμίζοντας της ότι πρέπει να τα διορθώσει. Η σκέψη, μέσω της ενοχής, αναγκάζεται να επιστρέψει σε εκείνα τα γεγονότα που κρατάνε τον άνθρωπο μακράν του γίγνεσθαι και υποχρεούται να βρει τη λύση τους, δηλαδή τον τρόπο που θα απεμπλακεί από τις συνέπειές τους.

Αν η σκέψη είναι η γλώσσα του νου, η ενοχή είναι η φωνή της ψυχής που υποφέρει από την αμαρτία, αφού της είναι αδύνατον να την ανεχτεί, ακριβώς επειδή η ίδια δεν είναι άλλο τι από ενότητα, ενώ η αμαρτία δεν είναι τίποτε παραπάνω από διαχωρισμός.

Η ψυχή καλεί τη σκέψη μέσω της ενοχής να τη λυτρώσει από τον πόνο του διαχωρισμού. Εφόσον η σκέψη μας δώσει λόγο στην ψυχή μας μπορεί να μας αποδεσμεύσει από την αμαρτία και έτσι να μας προάγει στον Λόγο. Όσο θα αποφεύγουμε την ευθύνη της ενοχής τόσο κι ο δρόμος μας θα παρεκκλίνει από την ευθεία και θα γίνεται πιο δύσκολος.

29. H μνήμη και η επιστροφή

Αν ο άνθρωπος παρέκλινε σε μία αφύσικη στάση, αυτό έγινε από τη σύγχυσή του. Αυτό που συσκότισε τις επιλογές του είναι η βιασύνη του. Ενισχυμένος από τα πρώτα επιτεύγματά του, πήρε φόρα και ξέχασε την αναγκαστική δέσμευσή του με το περιβάλλον, με συνέπεια να τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η φυσική του υπόσταση. Η κατάστασή του χρήζει «φυσιοθεραπείας»° πρέπει να ακολουθήσει μία αγωγή που θα το επιστρέψει στη φύση και θα το επιτρέψει να ξαναβρεί τον ξεχασμένο του εαυτό. Αν θέλει να πάει μπροστά, πρέπει να γυρίσει πίσω, αν θέλει να προχωρήσει, πρέπει πριν απ' όλα να επιστρέψει. Ο αγωγός για την επιστροφή του είναι η μνήμη.

Η μνήμη δίνει τη δυνατότητα στη σκέψη να επιστρέψει στο πριν και να βρει τη συνέχεια τού τώρα με το πάντα.* Ο σύγχρονος άνθρωπος που έχει καθηλωθεί σε μία στάση αφύσικη, δεν θα μπορέσει να αποφύγει τον ακρωτηριασμό, αν δεν ανοίξει τη σκέψη του στην κυκλοφορία της μνήμης. Η μνήμη αποσυμφορεί τον θρόμβο της ακινησίας μας συνέχοντας τη σταγόνα της στιγμής μας με τη ροή του γίγνεσθαι. Δίνει στην όραση την εμβέλεια να δει πίσω από τα φαινόμενα το καταγωγικό τους Είναι και τη φωτίζει.

Η επίδειξη αμνησίας με τη «λησμονιά τού Είναι», μάς κρατάει μακριά από τη φύση διότι μας αποσπάει από τη συνέχεια και τη διάρκεια τού Είναι όπως πραγματοποιείται ακέραια μέσα στη φύση. Μένοντας μακριά της αποτρέπουμε τον εαυτό μας από τη θεραπεία της.

Η αμνησία απειλεί να σβήσει κάθε ανθρώπινο δεδομένο, αν ο άνθρωπος δεν κινητοποιήσει τον μηχανισμό της μνήμης για να βρει έγκαιρα πού έγινε το λάθος της απομάκρυνσής του από τη φύση και να το διορθώσει. Αποφεύγοντας την ενοχή, άρα και τη μνήμη, (μιας και η μνήμη εκτός του να θυμίζει την ενότητα, υπενθυμίζει και ό,τι μας απομάκρυνε από αυτήν), επιτρέπουμε στην αμαρτία να μας αποσαρθρώνει.


* Η διαφορά της μνήμης από την προκατάληψη βρίσκεται στο ότι η προκατάληψη παγώνει τη σκέψη σε έναν παρωχημένο λόγο, ενώ η μνήμη την επιστρέφει στον Λόγο. Η προκατάληψη δεν ανακαλεί την αλήθεια που έχουμε ξεχάσει, αλλά αναμασά τα ψέματα του παρελθόντος.

Το παρελθόν στο οποίο η μνήμη αναφέρεται, δεν σταματά κάποια χρόνια ή κάποιους αιώνες πριν, αλλά ανοίγεται σε όλο το εύρος του χρόνου και στην αιωνιότητα, άρα στην αλήθεια. Κατ' αυτήν την άποψη, η μνήμη βρίσκεται στο ίδιο το σήμερα, αφού το τώρα φέρει το πάντα και όλα εδώ γίνονται και γεννώνται. Κατά την ίδια άποψη, η προκατάληψη βρίσκεται κολλημένη σε ένα χθες που δεν βιώθηκε σαν σήμερα, αλλά μετατέθηκε στο αύριο.

30. H τριαδικότητα

Ο κόσμος κινείται τριαδικά αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο.

Το κάθε ένα είναι κάτι τρίτο ως προς τα δύο που το γέννησαν με την ένωσή τους. Ως τρίτο είναι ένας περιττός αριθμός που αναζητεί την ολοκλήρωσή του σε άρτιο αθροιζόμενο με έναν άλλο περιττό αριθμό σε δύο. Το έν, ως τρίτο, ενώνεται με ένα άλλο έν για να γεννηθεί μέσω των δύο τους κάτι τρίτο, το οποίο με τη σειρά του, όταν ενηλικιωθεί και αισθανθεί μονάδα ενώνεται με ένα άλλο τρίτο και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος γίγνεται.

Οι μονάδες προκειμένου να μην αισθάνονται περιττές και μόνες ενώνονται μεταξύ τους και δίνουν στον κόσμο την έκτασή του με την έντασή τους να ενωθούν. Το Είναι δεν θα μπορούσε να καταλάβει καμία έκταση και να γίνει δυνατό το γίγνεσθαί του, αν δεν υπήρχε αυτή η ένταση (η δυναμική) των μοναχικών υπάρξεων να ενωθούν σε δύο γεννώντας στη συνέχεια μία τρίτη ύπαρξη με την ένωσή τους.

Ο «δυισμός», ως θεωρία, αναφέρεται σε ένα σχήμα από το οποίο τίποτε δεν περισσεύει ως τρίτο. Επειδή δεν περισσεύει τίποτε, δεν υπάρχει καμία ένταση για να διατεθεί ως περίσσευμα σε πράξη ενότητας° έτσι δεν γεννάται τίποτε και τίποτε δεν κινείται. Η ακινησία είναι η κατάσταση του θανάτου. Επειδή η ζωή είναι ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο, ο δυισμός ως θεωρία δεν μπορεί να ευσταθεί.

Η ζωή δεν απαρτίζει με τον θάνατο ένα δυαδικό σχήμα, αλλά τον ξεπερνάει. Η αλήθεια δεν «δυαδίζεται» με το ψέμα, αλλά είναι ανώτερή του. Το καλό δεν εξουδετερώνεται από το κακό, αφού το καλό είναι η μόνη ισχύς. Το αδιαμφισβήτητο της ζωής, της αλήθειας και του καλού αποδεικνύουν το λάθος του δυϊσμού διαψεύδοντας κάθε τι που αμφισβητεί την αδιάψευστη υπεροχή τους.

Η υπεροχή σημαίνει την ύπαρξη ενός πλεονάσματος, σημαίνει κάτι τρίτο που ξεπερνάει το δύο και υπερβαίνει τη δυαδικότητα. Το περιττό τρίτο απαρτίζει ένα περίσσευμα το οποίο διατιθέμενο σε κάτι άλλο πέραν αυτού, (προκειμένου να ξεπεράσει την «περιττότητα» του), δίνει στο γίγνεσθαι γονιμότητα.

Κάθε τι είναι τρίτο ως προς τα δύο προηγούμενα έν που ενούμενα το παρήγαν. Όταν ανεξαρτοποιείται από αυτά, η μοναξιά που νιώθει ως μονάδα και η μνήμη του δύο από το οποίο έχει προέλθει, το οδηγούν στη συνεύρεσή του με μια άλλη μονάδα. Τοιουτοτρόπως, το ένα πράγμα συνέχεται με το άλλο δίνοντας στη ροή του γίγνεσθαι τη δύναμη της συνοχής του.

Η τριαδικότητα είναι ο τύπος του ρήματος, είναι αυτό που συνέχει το υποκείμενο με το αντικείμενο, ως δύο έν σε μία ενιαία πρόταση.

Το κείμενο του κόσμου δεν μπορεί να αναγνωστεί χωρίς την έννοια της τριαδικότητας. Χωρίς ρήμα δεν έχουμε παρά ασύνδετες λέξεις, που αν τις διαβάσουμε δυϊστικά αλληλοεξουδετερώνονται σε μία αντιπαλότητα μέχρι θανάτου.

Η ανθρώπινη σκέψη έχει κάνει συχνά το λάθος του δυϊσμού. Στο λάθος αυτό είτε υπέπεσε από απροσεξία, είτε έπεσε σκόπιμα προκειμένου να δικαιολογήσει την εναντίωση τού ενός στο εμείς και την χωριστική πρακτική του εγώ του.

Ο εγωισμός του ενός, που δεν διαθέτει το περίσσευμά του στο άλλο εν, αλλά αντίθετα το συσσωρεύει μέχρι να διπλασιαστεί (και μοιραία να σχαστεί στα δύο και να διχαστεί), χρησιμοποιεί τον δυϊσμό για να ερμηνεύσει τον κόσμο σύμφωνα με την ιδιοτέλειά του. Επειδή, όμως, ο κόσμος δεν είναι οργανωμένος όπως θέλει ο καθένας, όταν αυτός δεν συμμορφώνεται, τιμωρείται.

31. H διάθεση του πλεονάσματος και η ενηλικίωση

Το πλεόνασμα κάθε ατόμου έχει συγκεντρωθεί στα ανήλικα χρόνια του. Τροφοδοτούμενο από αυτούς που το φρόντιζαν (γονείς ή άλλους), είχε τα περιθώρια να μαζέψει περισσότερη ενέργεια από αυτήν που χρειαζόταν για να την αποκτήσει. Το περίσσευμα της ενέργειας πήγαινε στη σωματική του ανάπτυξη και στην τελειοποίηση των μέσων που θα το επέτρεπαν να κερδίσει την τροφή (και άλλα απαραίτητα) μόνο του. Από τη στιγμή που θα το καταφέρει ενηλικιούμενο και ανεξαρτοποιούμενο, απαρτίζει ένα καθαρό πλεόνασμα, το οποίο καλείται να διαθέσει σε πράξη ενότητας, ώστε να μην αισθάνεται περιττό και μόνο.

Το ανθρώπινο όν από τη στιγμή που πέρασε από την προϊστορία της παιδικότητάς του στην ιστορία, όταν δηλαδή αποδεσμεύτηκε από την άμεση τροφοδοσία του από τη φύση και άρχισε να καλλιεργεί μόνο του την τροφή του, διάβηκε το κατώφλι της ενηλικίωσής του. Από εκείνο το σημείο και μετά το εγώ του πλεόναζε και θα έπρεπε κανονικά να διατεθεί στο εμείς, στη σύγκλισή του με αυτό με το οποίο ενωμένο θα ολοκληρωνόταν.

Αφού κατέλαβε την έκταση που του αναλογούσε θα έπρεπε να εντείνει τη ύπαρξή του στο Είναι, το μέρος του στο όλον, τον λόγο του στον Λόγο και τη σχέση του στο απόλυτο διευρύνοντας τον χώρο του στον χρόνο. Αντί όμως να ανοίξει τον χώρο του στο χρόνο, ήτοι στο γίγνεσθαι, αποτραβήχτηκε από αυτό παρεξηγώντας την περαιτέρω επέκταση του χώρου του σαν αναγκαία προϋπόθεση του πλούτου του. Επιμένοντας να τον επεκτείνει πέραν του μέτρου του, τον διπλασίασε και τον αντέστρεψε σε χωρισμό, στερώντας έτσι από τον εαυτό του τη δυνατότητα της ενότητας που θα τον ολοκλήρωνε.

Η εναντίον του χρόνου επεκτατικότητα του ανθρώπου οφείλεται στην πεισματική άρνησή του να αναλάβει την ευθύνη της ενηλικίωσής του. Εξακολουθεί να φέρεται σαν παιδί, ενώ έχει πια δύναμη ενήλικα, με συνέπεια να χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη κατά τρόπο ανεύθυνο, ρισκάροντας την ασφάλεια του ιδίου και όσων τον περιβάλλουν

Η πρόσφατη γενιά των ανθρώπων είναι η δική μας και έτσι εμείς είμαστε περισσότερο ενήλικοι κάθε προηγούμενων, άρα και πιο πολύ υπεύθυνοι. Αν οι προηγούμενοι από εμάς είχαν το άλλοθι της άγνοιας και μιας κάποιας ακόμη παιδικότητας, εμείς δεν μπορούμε να επικαλεστούμε το ίδιο, όταν όλα γύρω μας δείχνουν του πρόβλημα.

Το λάθος συνέβη μέσα στον χρόνο και διορθώνεται μέσω αυτού, εφόσον αναλάβουμε την ευθύνη της ηλικίας μας.

32. Tο θετικό και το αρνητικό - η μορφή

Ο κόσμος απαρτίζεται από το σύνολο των μορφών τού Είναι. Το Είναι παρουσιάζεται μέσω των μορφών του και απουσιάζει χωρίς αυτές.

Κάθε τι που υπάρχει, ήτοι, κάθε τι που έχει μορφή, αποτελεί κάτι το τρίτο και συνιστά ένα πλεόνασμα. Ανάμεσα στη θέση και στην άρση της ύπαρξής του πλεονάζει η θέση της και έτσι αυτό μπορεί να πάρει κάποια μορφή. Η μορφή κάθε ύπαρξης καθίσταται δυνατή από την υπεροχή του θετικού πάνω στο αρνητικό.

Τα δύο γενετικά προηγούμενα τού κάθε τι συντέλεσαν στην εμφάνιση της μορφής του, όταν διατιθέμενα σε γεννητική αλληλουχία ενώθηκαν και από την ένωσή τους, την ερωτική διάθεση τού ενός προς το άλλο και την κατάφασή τους, γεννήθηκε αυτό το κάτι, ως ένα τρίτο. Το κάθε τι είναι ένα "ναι", αποτελεί προϊόν της κατάφασης δύο άλλων που ξεπερνώντας τον δισταγμό τους συντέθηκαν. Παραμένοντας στο "όχι" και στην άρνηση, δεν θα παρήγαγαν τίποτε και θα εκμηδένιζαν τη δυνατότητα κάθε μορφής.

Ο κόσμος καθίσταται δυνατός και αποκτάει μορφή μέσω της θετικής κίνησης των στοιχείων του που συνευρίσκονται ξεπερνώντας οποιαδήποτε απώθησή τους. Ο κόσμος συνίσταται από το όλον των θετικών παραγώγων, δηλαδή αποτελείται από το σύνολο του πλεονάσματος του θετικού πάνω στο αρνητικό.

Η άρνηση έχει κάποια θέση μόνο στην περίπτωση που αρνείται κάτι αρνητικό. Το μείον του μείον μπορεί να έχει κάποιο αποτέλεσμα, (π.χ.: -1-1=-2), ενώ το μείον του συν μηδενίζεται, (-1+1=0).

Από τη στιγμή που η άρνηση αρνείται την άρνηση γίνεται αυτομάτως θέση. Αν ο κόσμος θεωρείται από εμάς ανάποδα, αλλά συνάμα πηγαίνουμε ανάποδα, τότε συμβαδίζουμε με αυτόν, αφού υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στα πράγματα και στην όρασή μας. Εφόσον η άρνηση της άρνησης δεν είναι παρά μία θέση, ενώ η άρνηση της θέσης οδηγεί στο τίποτε, το θετικό είναι το μόνο δυνατό αποτέλεσμα κάθε συλλογιστικής και καμία συλλογιστική δεν έχει αποτέλεσμα αν δεν σκέφτεται θετικά.

Η υπεροχή του θετικού, όμως, δεν δικαιολογεί την υπερβολή του, όπως συμβαίνει με τον θετικισμό. Ο θετικισμός, καταλύει τον χώρο που καταλαμβάνουν τα πράγματα συμπυκνώνοντας τον σε έναν αδιαπέραστο τοίχο απ' όπου δεν μπορούμε να διακρίνουμε τίποτε. Αν η υπεροχή της θέσης παρέχει στα πράγματα τη μορφή τους, ήτοι την διακεκριμένη τους ύπαρξη, η υπερβολή της θέσης την καταργεί πολτοποιώντας τα σε ένα αδιάκριτο πράγμα.

Ο θετικ-ισμός δεν είναι παρά ο βιασμός του θετικού και προέρχεται από τη βιασύνη μίας θέσης να ολοκληρωθεί εξαναγκάζοντας μιαν άλλη σε συγκατάθεση. Πρόκειται για μία πρόωρη γενίκευση, έναν άκαιρο "-ισμό", (αφού, η κατάληξη "-ισμός" σε μία λέξη σημαίνει τη γενίκευση του νοήματος της).

Η θέση προϋποθέτει την άρνηση για να την ξεπεράσει και έτσι να οριστεί ως το πλεόνασμα που είναι. Η άρνηση παρέχει στα πράγματα τον δικό τους διακεκριμένο χώρο, το μέτρο της μορφής τους, από το οποίο εκκινούν σε συνάντηση και συνουσιάζονται στον ρυθμό του γίγνεσθαι. Χωρίς τον δικό τους χώρο δεν μπορούν να συσταθούν εις έν γιατί δεν υφίστανται.

Χωρίς κάποιο βάρος δεν υπάρχει καμία κίνηση. Η άρνηση δεν είναι παρά το βάρος της ύλης το απαραίτητο για την υλοποίηση τού Είναι, δηλαδή το γίγνεσθαι του, ήτοι την κίνηση του στον χρόνο. Η αφαίρεση της υλικότητας δεν θα μας απάλλασσε από την αδράνεια, αλλά θα μας καθήλωνε στην ακινησία επιστρέφοντας μας στη προ του γίγνεσθαι κατάσταση. *

Η παραμονή στην άρνηση, από τη μία και η επιμονή στη θέση και μόνο στη θέση, από την άλλη, καταλύουν την τριαδικότητα εμποδίζοντας το γίγνεσθαι η μεν πρώτη αποκάνοντας το, η δε δεύτερη παρακάνοντας το.


* Το -1-1 από την στιγμή που βγάζει -2 μας γυρνάει πίσω μετρώντας ανάποδα τον χρόνο. Η άρνηση της άρνησης δεν μεταλλάσσεται σε θέση αν την ερμηνεύσουμε σαν απαλλαγή από την ύλη και αφαιρέσουμε από το έν τη μονάδα του, τουτέστιν την υλικότητα του. Αρνούμενοι στα πράγματα τη δύναμη τού "όχι" τους, τα στερούμε από τη δυνατότητα τού "ναι" τους, αφού αίρουμε την υπόστασή τους. Το ότι το θετικό υπερισχύει του αρνητικού δεν σημαίνει ότι είναι θεμιτή η πέραν της ισχύος γενίκευσή του.

33. Tο πρακτέον

Ανάμεσα στην άρνηση και στη θέση αυτό που προέχει είναι η θέση. Αφού η άρνηση συνιστά το αναπόφευκτο βάρος της ύλης αυτής καθαυτής, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για να την αποφύγουμε. Εφόσον δεν μπορούμε να την αποφύγουμε δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι' αυτήν, άρα το μόνο που μπορούμε είναι να κάνουμε κάτι για τη θέση. Το θετικό προέχει από την άποψη ότι αποτελεί τη μόνη δυνατότητα.

Εφόσον η μόνη δυνατότητα οποιασδήποτε πράξης είναι η θέση, το μόνο πρακτέον, το μόνο που πρέπει να κάνουμε, είναι να δια-θέσουμε το πλεόνασμά μας, φερόμενοι θετικά.

Στον βαθμό που η άρνηση μάς συμβαίνει άθελα μας, ήτοι συγκρατεί τη θέλησή μας να πράξουμε και μας ακινητοποιεί εξαιτίας του αναπόφευκτου βάρους των πραγμάτων και της αντίστασης της ύλης, είναι δικαιολογημένη. Στον βαθμό, όμως, που η άρνηση είναι εσκεμμένη και η θέλησή μας, ενώ δύναται να πάρει θέση, αδρανεί, είναι αδικαιολόγητη.

Όταν το λάθος, το ψέμα, το κακό, ο θάνατος, και κάθε άλλη μορφή της άρνησης και του κενού, μας συμβαίνουν ακούσια και παρεμβαίνουν στο γίγνεσθαί μας, ενώ δεν τα επιδιώκουμε, δικαιολογούνται ως αναπόφευκτα. Έχοντας κάνει ό,τι είναι δυνατόν για το σωστό, την αλήθεια, το καλό, την ζωή και κάθε άλλη μορφή του θετικού, μπορούμε να έχουμε ήσυχη τη συνείδηση μας. Ακόμη και στην περίπτωση που άθελα μας υποπέσαμε στο κακό, είμαστε δικαιολογημένοι γιατί μας συνέβη αναπόφευκτα, ενώ θέλαμε να το αποφύγουμε.

Δεν μπορούμε να απαιτούμε από κανέναν να είναι τέλειος εδώ και τώρα, όταν η εποχή του είναι ελλιπής. Η απαίτηση διαφέρει του αιτήματος ως προς το ότι βιάζεται να φτάσει στο όλον εξαναγκάζοντας το μέρος να κινηθεί πέραν των δυνάμεων του, ενώ το αίτημα το καλεί να διαθέσει όση δύναμη έχει στη φορά του γίγνεσθαι, να την κυκλοφορήσει και έτσι να ολοκληρωθεί.

Ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και στην ολοκλήρωση υπάρχει η διαφορά ότι ο ολοκληρωτισμός δεν δίνει χρόνο στα πράγματα να γίνουν και τα πιέζει, ενώ η ολοκλήρωση δίνει τον χρόνο να ξεπεράσουν τη διστακτικότητά τους και να κινηθούν θετικά. Η δύναμη της ενότητας, η ψυχή, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της άρνησης στα υποκείμενα που κινούνται προς ολοκλήρωση, (της άρνησης που είναι δικαιολογημένη από την κατάσταση τους), τα αποενοχοποιεί από την αναπόφευκτη αδράνειά τους και τα επιτρέπει να κινηθούν.

Όταν, όμως, η άρνηση γίνεται εσκεμμένα, η ψυχή που γνωρίζει πολύ καλά τι είναι δυνατόν και τι αδύνατο, (μιας και η ψυχή όντας η μνήμη του όλου ξέρει τα πάντα), αντιδράει. Όταν η δύναμη ενός υποκειμένου δεν διατίθεται στο αντι-κείμενο του, ενώ είναι δυνατόν, τότε στρέφεται εναντίον του και το υποκείμενο αρρωσταίνει, επειδή ακριβώς αποφεύγει το ρήμα του, (αυτό που θα το συνέδεε με το αντικείμενό του). Η αποφυγή του ρήματος αναστέλλει τη ροή της ενέργειας του υποκειμένου προς το αντικείμενο και του προκαλεί αρρώστια από το κατακρατημένο πλεόνασμά του.

34. H τύχη, η θέληση και η αναγκαιότητα

Το πρακτέο καλεί τη θέληση στη σύμφωνη με την αναγκαιότητα πράξη.

Η θέληση είναι παράγωγο της πλεονάζουσας δύναμης και αποτελεί την προβολή της. Η δύναμη του όντος, περισσεύοντας τής δυαδικής του καταγωγής, προβάλλεται στο μέλλον άγοντας το ον στην τριαδικότητα και παρέχοντας του έτσι τη δυνατότητα του γίγνεσθαι. Τουτέστιν, δίνει στον χώρο τη διάσταση του χρόνου.

Η αναγκαιότητα συγκρατεί τη δύναμη εντός των ορίων του σώματος που τη φέρει, επιτάσσοντας τη να φροντίσει κατ’ αρχή για τη συντήρηση του σώματος. Η επιταγή της αποτελεί την προϋπόθεση κάθε θέσης, αφού καμία θέση δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς την προϋπόθεση του σώματος που τη φέρει. Από τη στιγμή που η δύναμη καλύψει την ανάγκη συντήρησης του φέροντος σώματος, περισσεύει. Το περίσσευμά της κατευθύνεται μέσω της επιθυμίας σε ένα άλλο σώμα, προκειμένου να διαθέσει το πλεόνασμά της στην ένωσή τους. Το πέρασμα από την αναγκαιότητα στην επιθυμία δίνει στη δύναμη τη δυνατότητα ενός άλλου σώματος. Τα δύο σώματα παράγουν με τη γόνιμη ένωσή τους μίαν άλλη δύναμη, άρα αναπαράγουν την αναγκαιότητα, παρέχοντας της έναν ακόμη φορέα της.

Η αναγκαιότητα δεν ακυρώνει τη θέληση, διότι τη χρειάζεται προκειμένου να μείνει ζωντανή. Η θέληση δεν αναιρεί την αναγκαιότητα, αλλά την ανανεώνει.

Η ακολουθία επιθυμίας και αναγκαιότητας διαταράσσεται στην περίπτωση που η επιθυμία αναστέλλεται. Όταν κάποιος δεν διαθέτει το πλεόνασμα του στην κατεύθυνση των προβολών της επιθυμίας του, το κάνει πέραν κάθε αναγκαιότητας, όσο και αν επικαλείται κάποιο "πρέπει" για να δικαιολογηθεί. Προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα καταφεύγει στο άλλοθι της τύχης υποκρινόμενος τον άτυχο που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, ενώ το μπορούσε.

Ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να γίνει και σε αυτό που δεν γίνεται, ενώ το μπορεί, ανοίγεται ένα χάσμα. Το χάσμα αυτό κάνει τη ψυχή να υποφέρει, μιας και η ψυχή, όντας η ενότητα, δεν ανέχεται την κενότητα και μας ενοχοποιεί. Για να καθησυχάσουμε την ενοχή μας, καλούμε την τύχη να κλείσει το χάσμα που ανοίξαμε εμείς οι ίδιοι, δίνοντας στην ατυχία μας περισσότερες πιθανότητες από αυτές που θα μπορούσε να έχει.

Μόνο όταν εξαντλήσουμε κάθε πιθανότητα να συναντηθούμε, μπορούμε μετά να πούμε ότι δεν έτυχε να συμπέσουμε. Δεν μπορούμε, όμως, πριν την αξιοποίηση της κάθε δυνατότητας μας, να ενοχοποιούμε την τύχη μας.

Η τύχη, αν πράγματι υπάρχει, βρίσκεται μετά το άθροισμα της ανάγκης και της θέλησης και αποτελεί το υπόλοιπο της περιρρέουσας δύναμης του Είναι: της δύναμης η οποία δεν έχει ακόμη ενταχθεί πλήρως στη ροή του γίγνεσθαι και δεν έχει έτσι βρει τη μορφή της. Επειδή αποτελεί μέρος μιας άτακτης δύναμης, συμβαίνει ακανόνιστα και επειδή δεν έχει μορφή, είναι ακαθόριστη. Η τύχη, όντας το μέρος του Λόγου που δεν έχει ακόμη εκφραστεί σε λόγο, είναι παράλογη.

Το αν όντως υπάρχει η τύχη σαν μία συνιστώσα της πραγματικότητας είναι άγνωστο, και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το μάθουμε, εκτός αν ο λόγος μας ταυτιστεί με τον Λόγο, για να βρει μετά αν υπάρχει χώρος για το παράλογο.

Επικαλούμενοι την τύχη, προσκαλούμε ανάμεσά μας το άγνωστο, κάτι που αγνοούμε παντελώς, άρα το κενό, επιτρέποντας, έτσι, την αβεβαιότητα να κυριεύσει τη δύναμή μας και να την καθηλώσει σε μία πέραν κάθε αναγκαιότητας κατακράτηση της θέλησης της, από τον φόβο μπροστά σε αυτό το παντελώς άγνωστο.

Δίνοντας στο παράλογο έναν λόγο που δεν του ανήκει, του παρέχουμε μία δυνατότητα που εκ των πραγμάτων δεν έχει. Όταν αποφεύγουμε την ευθύνη της θέλησής μας και δεν προσφεύγουμε στο πρακτέον, καθιστάμε αναπόφευκτο το αποφευκτέο (αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε, το κακό = το κενό), προσδίδοντας του μια αναγκαιότητα που στερείται.

Η αναγκαιότητα αποτελεί το απαραίτητο ελάχιστό μας, αυτό που πρέπει πρώτα να φροντίσουμε για να μπορέσει κατόπιν η δύναμή μας και γίνει πλεόνασμα της θέλησης. Όταν εμείς τη μεγεθύνουμε προκειμένου να δικαιολογήσουμε την έλλειψη της θέλησής μας, αυτό που μεγαλώνουμε είναι κάτι το ελάχιστο και αυτό που προκαλούμε είναι την ελαχιστοποίησή μας.

35. Το μέγιστο και το ελάχιστο

Το μέγιστο και το ελάχιστο είναι έννοιες σχετικές: από μόνες τους δεν έχουν νόημα, αλλά το αποκτούν σε σχέση με αυτό που χαρακτηρίζουν. Παρόλα αυτά, η πρώτη εντύπωση για το ελάχιστο είναι ότι αναφέρεται σε κάτι κλειστό και μικρό, ενώ το μέγιστο υποδεικνύει ένα άνοιγμα, μιαν άπλα. Θεωρώντας λοιπόν το ένα σαν κλείσιμο και το άλλο σαν άνοιγμα θα τα διαπραγματευτούμε ανάλογα.

Το ζήτημα που τίθεται στο ανθρώπινο ον κατά το γίγνεσθαί του είναι η μεγιστοποίησή του μέχρις ότου ταυτίσει το μέρος του με το όλον, το είδος του με το γένος, τη θέση του με τη φύση και τη σχέση του με το απόλυτο. Φτάνοντας στο απόλυτο, τότε, μπορεί να μη χρειάζεται το μέγιστο και το ελάχιστο σαν έννοιες ποιοτικές, αλλά να τις χειρίζεται μόνο για να συγκρίνει ποσότητες. Εφόσον, όμως, ακόμη η ποιότητά του δεν έχει ακόμη συλληφθεί στο ακέραιο, το μέγιστο τον καλεί να την εννοήσει πλήρως, μέχρις ότου ολοκληρωθεί ποιοτικά.

Όταν το μέγιστο τίθεται ως προς την ποσότητα και μόνο, ανατρέπεται σε ελάχιστο. Η ποσότητα κάθε ατόμου μετρά την υλική του υπόσταση, το σώμα του. Το σώμα αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση κάθε θέσης. Αφού το άτομο καλύψει αυτήν την προϋπόθεση με την ολοκλήρωση της σωματικής του ανάπτυξης και την απόκτηση των μέσων συντήρησής του, κάθε περαιτέρω ποσοτική μεγέθυνσή του, (με την απόκτηση περισσοτέρων μέσων από όσα χρειάζεται), το δυσχεραίνει, επιβαρύνοντας την ύλη του με ένα ποσό που δεν της αναλογεί. Καλύπτοντας το ελάχιστο, αυτό που του υπολείπεται είναι το μέγιστο, το οποίο μόνο εννοούμενο ποιοτικά το συν-φέρει. Το μέγιστο φέρει το ελάχιστο στο παρά πέρα του, στο συν με ένα άλλο ελάχιστο, με ένα άλλο σώμα.

Στην περίπτωση που το άτομο μεγεθύνεται ποσοτικά πέραν του μέτρου του, διογκώνοντας την ποσότητά του περισσότερο από το ποσό που της αναλογεί, τότε το δικό του ελάχιστο μικραίνει κι άλλο για να χωρέσει την υπερβάλλουσα ποσότητα και γίνεται ελαχιστότατο και εξελίσσεται σε ένα εγώ αδηφάγο, που πεινάει ακατάπαυστα σαν μόνιμα ελλιπές.

Όταν δεν προχωρούμε στο ποιοτικά μέγιστο, δεν μένουμε απλώς στάσιμοι, αλλά, υποχωρούμε σε μία πριν από το ελάχιστο φάση και εξαναγκαζόμαστε σε μιαν προ της αναγκαιότητας ανάγκη.

Κανείς δεν συν-κινείται με το "τουλάχιστον", αλλά με το μέγιστο δυνατόν. Το τουλάχιστον συγκρατεί το άτομο σε ένα κατώτερο στάδιο εξέλιξης και το κρατάει σε μια ανέχεια αδικαιολόγητη εκ των πραγμάτων. Η αποχή από το αίτημα του μεγίστου δίνει στο ελάχιστο μία διάρκεια μεγαλύτερη από αυτή που δικαιούται ιστορικά και μας κρατάει κολλημένους σε εποχές ένδειας που θα έπρεπε να έχουν περάσει.

Η φτώχεια εξυπηρετεί μόνον αυτούς που κερδοσκοπούν εις βάρος του συνόλου. Η διεκδίκηση του πλούτου από όλους, ήτοι, το αίτημα του μεγίστου από τον κάθε ένα, δεν συμφέρει τους κερδοσκόπους γιατί αμφισβητεί τη δική τους μεγιστοποίηση. Η ιδεολογία της ελαχιστότητας (στις διάφορες θρησκευτικές ή μη εκδοχές τής ενάρετης ταπεινότητας και της αδιαφορίας για τα εγκόσμια) το μόνο αποτέλεσμα που έχει είναι ο πλουτισμός ελαχίστων εις βάρος των πολλών.

Το μέγιστο μάς καλεί να ανοιχτούμε στο ζήτημα του απόλυτου, να συγκλίνουμε στη φορά του γίγνεσθαι και να κινηθούμε σύμφωνα με τη φόρα του. Κινούμενοι σύμφωνα με το μέγιστο δυνατόν, η δύναμή μας θα παραμερίσει όσους μας εμποδίζουν από την εκπλήρωση των δυνατοτήτων μας.

Η ευθύνη του μεγίστου ανήκει στον κάθε έναν χωριστά. Όπως κάθε άτομο αποτελεί το ελάχιστο απαραίτητο του γίγνεσθαι, έτσι είναι μέγιστα υπεύθυνο για κάθε τι που γίνεται.

Όταν ο κάθε ένας δεν φροντίζει να αυξήσει το μέρος του μέχρι να περισσέψει για τον άλλο και να διαθέσει το πλεόνασμά του σε πράξη ενότητας παίρνοντας θέση στην κοινότητα, γίνεται από ελάχιστος ελαχιστότατος. Όντας ο ελαχιστότατος δεν πιάνει τον χώρο που του αναλογεί επιτρέποντας έτσι σε κάποιον άλλο να επεκταθεί πέραν του μέτρου του για να καλύψει το κενό. Τοιουτοτρόπως, η μειονεξία του ενός συνεργεί στην πλεονεξία του άλλου και οι δύο μαζί συνεργάζονται σε ένα καθεστώς υπανάπτυξης.

36. O βαθμός του πολιτισμού

Ο πολιτισμός αφορά τους πάντες και ο βαθμός της ανάπτυξής του ορίζεται από το κατά πόσο όλοι συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του, μεγεθύνοντας ο καθένας ξεχωριστά το ίδιον μέρος του σε όλον. Ο πολιτισμός αποτελεί τη δίοδο μέσω της οποίας το άτομο διαθέτει την ενέργειά του σε έργο: είναι το κανάλι επικοινωνίας των επιμέρους δυνάμεων (της ρώμης των), σε μία κοινή δυνατότητα, (ροή). Ανάλογα με το κατά πόσο η δίοδός του είναι ανοιχτή για τον κάθε ένα, ο πολιτισμός βαθμολογείται σε ανώτερο ή κατώτερο.

Παρέχοντας ίσες ευκαιρίες στον καθένα, ο πολιτισμός αξιοποιεί στο μέγιστο δυνατόν την πλεονάζουσα δύναμη που διαθέτει το κάθε άτομο και έτσι άγει την κοινότητα στο μέγιστο των δυνατοτήτων της. Δίνοντας βήμα στον κάθε λόγο να εκφραστεί, ανεβαίνει ένα σκαλί παραπάνω στην κλίμακα του Λόγου προσεγγίζοντας την αλήθεια Του.

Η ισότητα ανάμεσα στα άτομα, όμως, αν παρεξηγηθεί σαν συμπίεση της ιδιότητας και της διαφοράς τους, (ήτοι της φοράς του ιδίου και ξεχωριστού ατόμου), σε ένα κοινό και αδιάφορο ελάχιστο, και όχι σαν η παροχή ίσων ευκαιριών σε κάθε ιδιότητα να μεγιστοποιηθεί κατ’ ιδίαν για να διαθέσει το πλεόνασμά της στην κοινότητα, τότε ισοπεδώνει τον πολιτισμό σε ένα χαμερπές επίπεδο. Μόνο εννοούμενη δυναμικά μπορεί η ισότητα να δώσει στον πολιτισμό τη δυναμική της ανάπτυξής του.

Το κριτήριο αξιολόγησης ενός πολιτισμού σε υψηλόβαθμο ή χαμηλόβαθμο βρίσκεται στην στάθμη του μέσου όρου του. Ο βαθμός του δεν χαρακτηρίζεται από την πολυτέλεια τον ελαχίστων, ούτε από την υποτέλεια των περισσοτέρων, αλλά χαράσσεται στο ενδιάμεσο. Ο ίδιος δεν είναι παρά το ενδιάμεσο, ο κοινός όρος, η κοινή αξία (ή αξία της κοινότητας) με την οποία γίνεται η κάθε συναλλαγή.

Ο τελευταίος και ο πρώτος, ο μέγιστος και ο ελάχιστος, μπαίνουν και οι δυό στη ζυγαριά του και αν αυτή αποκλίνει προς τη μία ή την άλλη πλευρά, αυτός γέρνει. Από τη στιγμή που πολιτισμός σημαίνει τη σύγκλιση των μερών μιας κοινωνίας, κάθε απόκλισή τους μετράει εις βάρος του.

Όσο όλοι μας δεν διεκδικούμε το μερίδιο μας στο γίγνεσθαι, αλλά το παραχωρούμε στην εργολαβία μερικών, τόσο ο πολιτισμός θα έχει χαμηλό βαθμό κρατώντας τον άνθρωπο σε μία κατώτερη της πραγματικότητάς του συνθήκη.

37. H εμμεσότητα

Το λάθος που έχει κάνει ο άνθρωπος και διαταράχτηκε η σχέση του με τη φύση δεν βρίσκεται τόσο στη χρήση κάποιων μέσων για να καλύψει τις ανάγκες του, όσο στην κατάχρησή τους, δηλαδή στη χρήση τους πέραν της αναγκαιότητας (του χρείν) και τελικά κατά της (κατά + χρείν =κατάχρηση).

Στον βαθμό που τα μέσα, αφού καλύψουν τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου, δεν χρησιμοποιούνται για την ποιοτική ολοκλήρωσή του, αλλά για την ποσοτική μεγέθυνση όσων τα κατέχουν, αχρηστεύονται σαν μέσα πλούτου και γίνονται πρόξενοι φτώχιας.

Ο άνθρωπος παρεξηγώντας τον πλούτο για θησαυρισμό ποσοτήτων και χρησιμοποιώντας κάθε μέσον για να θησαυρίσει, όχι μόνο παρέμεινε ουσιαστικά φτωχός, αλλά αχρηστεύοντας τα μέσα που του παρείχε η φύση τη φτώχυνε, φτωχαίνοντας και ίδιος ακόμη περισσότερο.

Η χρήση μέσων που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του ανθρώπου να ολοκληρωθεί σαν είδος, είναι μία άσκοπη κατάχρηση των πόρων της φύσης. Κάθε μέσον, όσο προχωρημένο τεχνολογικά και να είναι, δεσμεύει κάποιους πόρους. Ακόμη και το πλέον εξελιγμένο μέσο που διαθέτει το ανθρώπινο όν, αυτό του λόγου, απασχολεί ένα μέρος της φύσης του, τουτέστιν τον εγκέφαλο του*.

Κάθε τι που χρησιμοποιείται κοστίζει και κανένα μέσο δεν είναι ανέξοδο. Η φύση, που τείνει στο άρτιο, ισοσκελίζει το κόστος με το κέρδος και συνέχει τα είδη της με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε τι που παίρνουν να επιστρέφεται° κάθε μέσο που χρησιμοποιούν βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον σκοπό της φύσης, δηλαδή την αρτιότητα της, και έτσι παίρνουν μόνο για να δώσουν και τρώνε προκειμένου να φαγωθούν. Όταν το μέσο ταυτίζεται με τον σκοπό, το έξοδο της χρήσης του επανέρχεται ως έσοδο και η φυσική οικονομία δεν παρουσιάζει απώλειες.

Το ανθρώπινο ον κερδοσκοπώντας, δηλαδή αποσκοπώντας μόνο και μόνο στο κέρδος του, ξοδεύει πέραν κάθε αναγκαιότητας και έτσι η οικονομία της φύσης συνυπολογίζοντας το ανθρώπινο είδος έχει έλλειμμα. Το μέσον που υποκλέπτεται του σκοπού της είναι ένα έξοδο χωρίς αντίκρισμα, μία σκέτη απώλεια.

Ο άνθρωπος μπορεί να μην έχει να παρουσιάσει μόνο ελλείμματα σαν είδος και ούτε ό,τι έχει κάνει να είναι άσκοπο, αλλά το τελικό του αποτέλεσμα είναι μείον. Ο ισολογισμός ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποίησε και τον σκοπό που πέτυχε είναι παθητικός. Μπορεί σήμερα να έχει φτάσει να διαθέτει κλιματιστικά μηχανήματα, αλλά εντωμεταξύ έχει χαλάσει το κλίμα. Ποιο είναι λοιπόν το κέρδος;

Η τρύπα του όζοντος, για παράδειγμα, αποτελεί μια περίτρανη απόδειξη της κενότητας νοήματος μιας πρακτικής που αντιλαμβάνεται το μέσον σαν μέσο του μέσου και όχι σαν μέσο του σκοπού. Το μέσο που βρίσκεται σε απευθείας σύνδεση με τον σκοπό εξυπηρετεί την αμεσότητα, δηλαδή, την αρτιότητα της φύσης, όπου κάθε μέσον ισοσκελίζει το κόστος του με το κέρδος και έτσι α-μεσούται. Στην περίπτωση που το μέσον χρησιμοποιείται χωριστά από το σκοπό ως μέσον του μέσου, δηλαδή στην περίπτωση της εμμεσότητας, τότε το μέσον ανοίγει ένα χάσμα από το οποίο ξετρυπώνει το κακό, δηλαδή το κενό, ήτοι, η τρύπα του όζοντος.

Ο άνθρωπος εκλαμβάνοντας τα πράγματα ως μέσα του δικού του μέσου, (ως έμμεσα, δηλαδή), αδυνατεί να συλλάβει τον σκοπό του, αφού, πέφτοντας θύμα της δικής του εμμεσότητας, θεωρεί τον εαυτό του μόνο σαν μέσον και όχι συνάμα σκοπό.

Η εμμεσότητα ισχυροποιήθηκε όταν ο άνθρωπος υιοθέτησε την λανθασμένη υπόθεση ότι ο άλλος, (είτε αυτός είναι ένας άλλος άνθρωπος, είτε ένα άλλο ον), μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσον δικό του. Σε αυτό το λάθος υπέπεσε από τη βιασύνη να ολοκληρώσει το εγώ του κατ’ ιδίαν με τη βολική σκέψη της εμμεσότητας, που θα του επέτρεπε να χρησιμοποιήσει τον άλλο σαν πρόσθεμα στο δικό του ελλιπές εγώ.

Όταν μπαλώνεις το "εγώ" σου με κάτι ξένο από την ουσία του, αυτό παραμένει χάσκον και όσο να το ταΐζεις με βουλιμία αυτό θα γρυλίζει πεινασμένο. Η πλεονεξία του ανθρώπου και η κατάχρηση των μέσων εκ της εμμεσότητας του, έχουν προκαλέσει τέτοιο έλλειμμα στην οικονομία της φύσης που απειλείται και ο ίδιος.

Η αποσυμφόρηση της εμμεσότητας και η σταδιακή αποκατάσταση της αμεσότητας, δηλαδή της χρήσης μόνο εκείνων τον μέσων που μας φέρνουν κοντά στον κοινό μας σκοπό, αν γίνει έγκαιρα, μπορεί να κλείσει το έλλειμμα που προκαλέσαμε πριν χρεοκοπήσουμε τελείως.


* Όταν ο λόγος δεν χρησιμοποιείται για να βρει τη συνάρτηση του ανθρώπου με τον Λόγο, αλλά ασχολείται διαρκώς με ζητήματα επουσιώδη, απασχολεί τα κύτταρα της σκέψης καταπονώντας τα με μία εργασία άχρηστη. Το μυαλό κουρασμένο από μία χρήση που δεν του αποφέρει τίποτε ουσιώδες, αδρανοποιείται και αχρηστεύεται.

38. H ενέργεια, η εργασία, τα εργαλεία και το έργο

Το έργο κάθε γενιάς του ανθρώπου κληρονομείται με τη μορφή των εργαλείων που περνάνε στα χέρια της επόμενης προκειμένου αυτή να συνεχίσει υπό καλύτερες προϋποθέσεις, από ένα ανώτερο επίπεδο και μετά, το έργο της αναβάθμισης του πολιτισμού και της προσέγγισής του στον Λόγο.

Αυτό που πλεονάζει από κάθε φάση εργασίας του ανθρώπου και διοχετεύεται στους απογόνους του είναι τα εργαλεία που εντωμεταξύ έχει φτιάξει. Από τη φθαρτή του σάρκα τίποτε δεν απομένει. Η ενέργεια του, αν εξαντλούταν στη συντήρηση του σώματός του και στην αναπαραγωγή του μέσω των παιδιών, δεν παρήγαγε τίποτε ουσιαστικά καινούργιο, πέρα από το να επαναλαμβάνει τον εαυτό του στο διηνεκές, με αποτέλεσμα τη στασιμότητά του.

Αν το ανθρώπινο ον εξελίχθηκε, είναι επειδή, πέραν του να επαναλαμβάνεται, φρόντισε να προοδεύσει παραδίδοντας στους απογόνους του εκείνα τα εργαλεία που θα τους επέτρεπαν να κάνουν πιο αποδοτική τη δική τους εργασία.

Η πρόοδος του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της εργασίας του και η εργασία του είναι αποδοτική μέσω των εργαλείων που φτιάχνει πέραν του να ασχολείται με την επιβίωση και την αναπαραγωγή του.

Τα εργαλεία δεν είναι παρά πλεονάζουσα ενέργεια, η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί, μέσω της εργασίας, σε ένα έργο που ξεπερνά την ανάγκη της στιγμής και ανοίγεται στον χρόνο. Δίνουν την ευ-καιρία στον εκάστοτε άνθρωπο να προχωρήσει πέραν της συγκυρίας του στον καιρό του, δηλαδή να γίνει καίριος μέσα στον χρόνο επικυρώνοντας το γίγνεσθαί του.

Η κάθε γενιά εκτός από τη δική της ενέργειας και τον δικό της χρόνο, έχει στη διάθεση της, μέσω των εργαλείων, ένα επί πλέον ποσό ενέργειας και χρόνου, που της έχει παραδοθεί από τους προηγούμενους και της επιτρέπει να διαπραγματευτεί το ποιοτικό της ζητούμενο από καλύτερη θέση.

Ο σύγχρονος, όμως, άνθρωπος, παρά τα τόσο εξελιγμένα εργαλεία που διαθέτει, δεν καλυτερεύει ανάλογα και υπολείπεται σημαντικά των δυνατοτήτων τους.

Αν στην ενέργεια που διαθέτει η σημερινή ανθρωπότητα προσθέταμε την ενέργεια που έρχεται από το χθες, τότε το προκύπτον έργο θα έπρεπε να ήταν πολλαπλάσιο από αυτό που τελικά παράγεται. Κάπου, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει ένα χάσμα που απορροφά ένα σημαντικό ποσό ενέργειας αφήνοντας να φανεί κάτι ελάχιστο σε σχέση με το αναμενόμενο.

Κάθε πρωί εκατομμύρια άνθρωποι πάνε να δουλέψουν και κάθε βράδυ είναι πάλι στα ίδια, λες και αυτό το χάσμα δεν λέει να κλείσει με τίποτε. Τόση εργασία και τόση προσπάθεια για να καταλήξουν πάλι στην απορία {την «απορία» με την διπλή σημασία της στα ελληνικά, που σημαίνει και φτώχεια και ερώτημα}.*

Από ό,τι φαίνεται, αυτοί που κατασκεύασαν τα εργαλεία δεν φρόντισαν συνάμα να κατοχυρώσουν τη χρήση τους στη δικαιούχα κοινότητα και προς όφελός της° έτσι, αυτά πέρασαν στα χέρια μερικών επιτήδειων που τα χρησιμοποίησαν για να μεγιστοποιήσουν το δικό τους όφελος. Οπότε, αυτοί οι λίγοι πλούτισαν και οι υπόλοιποι κέρδισαν ελάχιστα σε σχέση με αυτά που δικαιούταν.

Το κακό ξεκινά, πάλι, από τη μετάθεση της ευθύνης. Ο εργάτης που κατασκεύασε κάτι, μετέθεσε την ευθύνη της διαχείρισής του σε κάποιον άλλο, με την προσδοκία ότι αυτός θα του επέστρεφε το κέρδος της εκμετάλλευσης του έργου του. Το ποσό, όμως, που του επεστράφη ήταν ελάχιστο σε σχέση με αυτό που δικαιούταν, εφόσον, μη ελέγχοντας την εκμετάλλευση δεν μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο αυτή ήταν προσοδοφόρα και έτσι δεν μπορούσε να τεκμηριώσει την απαίτησή του. Ο εκμεταλλευτής του έργου, αφού απέκτησε το δικαίωμα να διαπραγματεύεται ανεξέλεγκτα κάτι που δεν έφτιαξε ο ίδιος, ήταν δύσκολο να υπαναχωρήσει από το κεκτημένο του και να μοιράσει δίκαια τα κέρδη της χρήσης του.

Στην περίπτωση που το παραγόμενο έργο της εργασίας ήταν ένα εργαλείο, τότε ο εκμεταλλευτής του, πέραν του να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία του εργαλείου, εκμεταλλεύτηκε και την ευκαιρία της ευκαιρίας καιροσκοπώντας πάνω στον επιπλέον χρόνο που του παρείχε το γεγονός του εργαλείου. Οπότε, ο χρόνος που κερδίζονταν με το εργαλείο θησαυρίζονταν στα σεντούκια ελαχίστων και αχρηστευόταν σαν συντελεστής προόδου.

Το συμπέρασμα της μετάθεσης της ευθύνης του έργου από τον εργάτη στον εκμεταλλευτή ήταν το χαμηλότερο κάθε προσδοκίας κέρδος για την κοινότητα και η διάψευση τών δυνατοτήτων της εργασίας. Αντί η μετάθεση να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα, (όπως εσφαλμένα υπέθεσε ο εργάτης και παραχώρησε το έργο του σε ένα υποθετικά αποτελεσματικότερο άτομο), την ελαχιστοποίησε.

Τα βήματα που έκανε η ανθρωπότητα, συγκρινόμενα με την ώθηση των εργαλείων της, δεν είναι παρά ένα σημειωτόν. Το ελάχιστο που έχει προχωρήσει προήλθε από το ελάχιστο μέρισμα που της παραχωρήθηκε στο τέλος της χρήσης του κάθε εργαλείου, αφού βέβαια τον ισολογισμό τής χρήσης δεν τον συνέταξαν όλοι από κοινού, αλλά μόνον οι λογιστές των εκμεταλλευτών.

Η «μαύρη τρύπα» που ανοίγει ανάμεσα στην ενισχυμένη από τα εργαλεία εργασία και στο ισχνό αποτέλεσμά της, οφείλεται στην παρεμβολή των εργολαβικών παρασίτων στην παραγωγική διαδικασία τα οποία απομυζούν τους χυμούς της στεγνώνοντας τον άνθρωπο από τη ροή της ενέργειάς του και τον αρρωσταίνουν.

Η απόσταση που χωρίζει τον κάθε εργαζόμενο από το αποτέλεσμα της εργασίας του είναι πια τόσο μεγάλη που αυτός δεν μπορεί να διακρίνει το παράγωγο της ενέργειάς του. Νοιώθει, έτσι, ελάχιστα γόνιμος. Το γεγονός αυτό του στερεί τα κίνητρα να μεγιστοποιήσει την εργασία του, μιας και η υποταγή του στην παραγωγική διαδικασία τού έμαθε ότι δεν έχει να κερδίσει παρά ελάχιστα σε σχέση με αυτά που θα δώσει.

Η συναίσθηση της ματαιότητας εμποδίζει τη μεγαλουργία αφού ο εργάτης θεωρεί την εργασία ένα αναπόφευκτο βάρος το οποίο πρέπει υποχρεωτικά να σηκώσει για να πληρώσει τα χρέη του**.

Κανένα εργαλείο δεν μπορεί να ανασηκώσει με τον μοχλό του τον πολιτισμό, αν δεν αναπτερώνει τη ψυχή συνδράμοντας στην ενότητα. Η πράξη της ενότητας καλεί στη σύγκλιση της εργασίας και του παραγόμενου έργου, στην προσέγγιση του εργάτη και του προϊόντος του, στην ταύτιση του μέσου και του σκοπού, στην αμεσότητα.

Η επιπλέον ενέργεια που μας διαθέτουν τα εργαλεία, καθίσταται άχρηστη όταν δεν διοχετεύεται στη σύγκλισή μας, αλλά παροχετεύεται σε αυτούς που καλλιεργούν την απόστασή μας και μετά αποχετεύεται αχρηστεμένη στη φύση αχρηστεύοντας τη.

Μπορεί τα εργαλεία να είναι αποτέλεσμα της εργασίας, αλλά η εργασία χωρίς τη φύση δεν θα μπορούσε να παράγει τίποτε. Η πρώτη ύλη κάθε προϊόντος έχει δοθεί από αυτήν. Μαγεμένοι από τα εργαλεία που έχουμε κατασκευάσει, ξεχνάμε την καταγωγή τους νομίζοντας ότι αυτά από μόνα τους είναι αρκετά να υποστηρίξουν την αυτάρκεια μας. Τα εργαλεία από μόνα τους όχι μόνο έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να λύσουν το πρόβλημα της ανέχειάς μας, αλλά επιμένοντας να τα πολλαπλασιάζουμε, μπας και πολλαπλάσια λύσουν το πρόβλημα, το δυσχεραίνουμε προσθέτοντας μας ένα επιπλέον κόστος. Ό,τι φτιάχνουμε κοστίζει στη φύση και όταν αυτό το αγνοούμε, κινδυνεύει να χρεοκοπήσει αυτή που είναι ο πραγματικός «εργοδότης» όλων.

Η προτεραιότητα του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι τόσο ο πολλαπλασιασμός τον εργαλείων του, όσο η σωστή χρήση των ήδη υπαρχόντων.

Το κύριο ερώτημα που τίθεται στην εργασία δεν είναι πώς να συνεχίσει να παράγει έργο, αλλά πώς να αποκαταστήσει τη συνέχεια της απαλλασσόμενη από την παρασιτική εμμεσότητα όσων παρεμβάλλονται για να απομυζούν τους καρπούς της αποτρέποντας την ενέργεια από τη μεγαλουργία της.


* Το βράδυ που έρχεται χωρίς να φέρνει κάποιο συμ-πέρασμα της μέρας, θέτει αμείλικτα ερωτήματα, που τα αποκαμωμένα από τη δουλειά άτομα δυσκολεύονται να απαντήσουν και έτσι βυθίζονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους για να νοιώσουν μία κάποια κοινότητα στην κακομοιριά τους και να παρηγορηθούν. Οι πιο ανήσυχοι μπορεί να προτιμούν άλλες διασκεδάσεις που να αποσπούν τη σκέψη από την έγνοια της ημέρας, αλλά η διασκέδαση που δεν ξυπνάει στον άνθρωπο την ορμή της ζωή, αλλά τον αποχαυνώνει για να μπορέσει να κοιμηθεί το βράδυ μιας ημέρας που δεν έζησε, δεν τον βγάζει από την πλήξη, παρά τον νανουρίζει με χασμουρητά.

** Θα μπορούσε πολύ απλά να μην πληρώσει τα χρέη του, αφού όχι μόνο δεν χρωστάει τίποτε, αλλά μάλλον του χρωστάνε, αν δούμε τη χρήση της εργασίας στο σύνολό της. Αν, βέβαια, δεν πληρώσει μόνο ένας, θα υποστεί συνέπειες, αν, όμως, δεν πληρώσουν πολλοί τις συνέπειες δεν θα τις υποστούν αυτοί, αλλά όσοι κερδοσκοπούν εις βάρος τους.

39. Το εργαλείο του λόγου

Δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως ένα εργαλείο, (να χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε να παράγει το μέγιστο, που θα μας προήγαγε σε έναν ανώτερο βαθμό πολιτισμού), αν δεν ξέρουμε καλά πώς λειτουργεί. Το χρησιμότερο εργαλείο που διαθέτουμε για την πρόοδό μας ως έλλογα όντα είναι ο λόγος, κι όμως πολλοί δεν το γνωρίζουν καλά και δεν το αξιοποιούν για τη μεγιστοποίησή τους, παρά το χρησιμοποιούν στο ελάχιστό του.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε τις δύο σημασίες της λέξης «λόγος» στα ελληνικά. Η μια αναφέρεται στο «λέγειν», ως πράξη της γλώσσας και αποτέλεσμα της σκέψης. Η άλλη αναφέρεται στον «λόγο», ως τρόπο της σκέψης, ως το λειτουργικό σύστημα στο οποίο βασίζεται για να εκφέρει κρίσεις ορθές, κατ’ αναλογία του Λόγου, ήτοι του τρόπου που οργανώνεται ο κόσμος.

Ο λόγος, ως τρόπος, (που τον γράφουμε εδώ τονισμένα για να τον ξεχωρίζουμε) προσφέρει στη νόηση τη δυνατότητα να ερμηνεύσει την πραγματικότητα ορθά και να υποδείξει έτσι τον σωστό τρόπο της πραγματοποίησής μας.

Ο άνθρωπος προοδεύει στον βαθμό που πράττει αναλόγως του λόγου του και ακολουθεί όσα του έχει υποδείξει η χρήση του, ενώ δηλαδή σκέπτεται έλλογα καθώς συνομιλεί (με τον εαυτό του ή με τους άλλους) μέσω της γλώσσας (προφορικής ή γραπτής).

Ο σημερινός άνθρωπος, έχοντας στη διάθεσή του τα μέχρι τώρα προϊόντα του λόγου, (ό,τι έχει εκφραστεί και καταγραφεί μέχρι τις μέρες μας), δεν χρειάζεται να παράγει εξ αρχής τις λέξεις και τις έννοιες που θα τον επιτρέψουν να καταλάβει τον κόσμο στα βασικά του, αλλά, εφόσον ήδη γνωρίζει πολλές από αυτές, δύναται να προχωρήσει στο παραπέρα τους. Η δύναμη του λόγου απελευθερωμένη από την ανάγκη να ονομάσει πράγματα και σχέσεις που ήδη έχουν ονομασθεί, έχει τη δυνατότητα να διαθέσει το πλεόνασμά της, (το απελευθερωμένο της υπόλοιπο), για την πρόοδο που μας φέρει πιο κοντά στην ολοκλήρωσή μας.

Ο άνθρωπος εργαζόμενος έλλογα επί αιώνες παρήγαγε ένα μεγάλο αριθμό λέξεων, που το σύνολό τους απαρτίζει τον μέχρι τις μέρες μας διατυπωμένο λόγο. Κάθε γνωστή λέξη είναι προϊόν της εργασίας του λόγου° μιας εργασίας που πέραν του να παράγει ένα έργο απλώς αρκετό για να ονομάσει τα στοιχειώδη, διέθεσε το πλεόνασμα της ενέργειάς της για να εμπλουτίσει το εργαλείο του λόγου έτσι ώστε να τη βοηθήσει να προσλάβει τον μέγιστο δυνατό πλούτο.

Ο λόγος ως εργαλείο έχει εξελιχθεί μέσω της διάθεσης του πλεονάσματός του, ήτοι του περισσευούμενου έλλογου δυναμικού που μη αρκούμενο στην επανάληψη των στοιχειωδών που είχαν ονομασθεί διετέθη στη διατύπωση αυτών που ακολουθούσαν, των πιο εξελιγμένων ιδεών, που καταπιάνονταν με σχέσεις ανώτερης τάξης. Αυτή η διαδικασία της αποπεράτωσης παρήγε μία σειρά λέξεων που η μία είναι ανώτερη της άλλης, από την άποψη ότι κάνει ένα βήμα πιο πάνω στην τάξη του Λόγου.

Οι λέξεις που κυριολεκτούν τις άμεσες ιδιότητες του Λόγου (π.χ. οι λέξεις "καλό", "αλήθεια", "απόλυτο") είναι οι λέξεις πρώτης τάξεως. Όσο κατεβαίνουν προς τα κάτω δίνοντας όνομα σε μία πραγματικότητα παραδειγματική (π.χ. οι λέξεις "ηθική", "πράττω", "σχετικό") είναι υποτακτικές των πρώτων, για να φτάσουν κατεβαίνοντας στη στοιχειώδη τάξη, όπου δίνουν απλώς όνομα στα πράγματα (πχ. "γάτα", "τραπέζι", κλπ.)

Ακολουθώντας τη σειρά των πραγμάτων που ονόμαζε, ο λόγος διαμορφώθηκε κατά ανάλογο τρόπο με την πραγματικότητα, δηλαδή τριαδικά, και όχι πάνω σε μια δυϊστική πατέντα, όπου κάθε λέξη να έχει το ισοδύναμο αντίθετό της. Όπως κάθε πράγμα που υπάρχει δηλώνει την υπεροχή της θέσης του έναντι της άρσης του (αλλιώς δεν θα υπήρχε), έτσι και κάθε λέξη υπερέχει αυτής που της ανθίσταται και για αυτό μπορεί να ίσταται ως κάτι διαφορετικό.

Ό,τι υπάρχει καθίσταται δυνατό λόγω της υπεροχής του απέναντι σε αυτό που το επιβουλεύεται. Δίνοντας λέξεις για ό,τι υπάρχει, ουσιαστικά ονομάζουμε κάτι το υπέροχο και υπερέχον του δυϊσμού° υμνούμε την γονιμότητα του γίγνεσθαι, την πλεονάζουσα τριαδικότητα.

Ανάλογα σε ποια κατάσταση των πραγμάτων αναφερόμαστε, ο λόγος διαπραγματεύεται μεγέθη ποιοτικά μέγιστα ή ελάχιστα. Η πραγματικότητα όντας οργανωμένη τριαδικά διακρίνεται σε τρίτη, δεύτερη και πρώτη, με την τρίτη να κατέχει την υψηλότερη θέση στο γίγνεσθαι αφού, όντας το πλέον πρόσφατο παράγωγό του, είναι η πιο ανεπτυγμένη έκφραση του Λόγου στα πράγματα. Το τρίτο είναι ο τύπος του ρήματος και έτσι οι λέξεις ρήματα είναι ποιοτικά μέγιστες.

Οι λέξεις που δεν ανήκουν στα βασικά μέρη μιας πρότασης, (ρήμα, υποκείμενο ή αντικείμενο), αλλά αναφέρονται στο όλον της και ονομάζουν το πλήρες και διηνεκές της ροής του γίγνεσθαι, (π.χ. η λέξη "αλήθεια"), δεν είναι απλώς ανώτερες αυτών που ονομάζουν τα μέρη της πρότασης, αλλά ίστανται ανώτατες όλων. Βρίσκονται πέρα από κάθε σύγκριση και κινούνται σε άλλη τάξη: στην πρώτιστη, (όχι την πρώτη στην τριαδική σειρά, αλλά λέγοντας την "πρώτιστη" εννοούμε πρωτίστως την ίδια την τριαδικότητα). Πάνω από αυτές δεν υπάρχει καμία άλλη, αφού, άλλωστε, αυτές ονομάζουν το άπαν.

Από την άλλη, οι απόλυτα αντιτιθέμενες λέξεις, αυτές που σημαίνουν καθαρή αντίθεση και αρνούνται κάθε πρόταση, (π.χ. η λέξη «ψέμα»), ονομάζουν κάτι το μη υπάρχον και γι'αυτό χαρακτηρίζονται αποφατικά, (εφόσον το τίποτε δεν μπορεί να είναι αυτό προς το οποίο τείνουμε, αλλά αυτό το οποίο θέλουμε να αποφύγουμε.)

Επειδή η κατάφαση υπερισχύει της αποφατικότητας, (όπως η ζωή υπερισχύει του θανάτου), οι απόλυτα θετικές λέξεις, όπως το "καλό", είναι πιο δυνατές και ακυρώνουν με την δύναμη τους τις απόλυτα αρνητικές, όπως το "κακό".

{Οι λέξεις του κακού δεν είναι απλώς κατώτερες των μερών της πρό-τασης, αλλά μη έχοντας καμία τάση και δύναμη είναι ένα σκέτο προ, βρίσκονται δηλαδή προ της τάσης του Είναι να γίνει κάτι και έτσι να μιληθεί ως πρόταση.}

Ο λόγος, παρακολουθώντας την τριαδικότητα του γίγνεσθαι, ξεκόλλησε από την κατ' αρχή αδιαμόρφωτη κατάστασή του και κατάφερε να εξελιχθεί σε εκείνο το εργαλείο που παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα κινηθεί σύμφωνα με τον Λόγο και να δικαιωθεί ως το εκ-λεκτό παιδί Του.

Όταν η σκέψη δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο ως μεταφορά της τριαδικότητας στη νόηση και δεν αναγνωρίζει τον τρόπο που είναι οργανωμένος, χάνει το πλεονέκτημά του και παραμένει στάσιμη.

Όσο και αν η αύξηση των επιμέρους λόγων, των λόγων δηλαδή που ονομάζουν το επιμέρους, π.χ. ο επιστημονικός λόγος, δίνει την εντύπωση της ανάπτυξης της σκέψης, στην πραγματικότητα αυτή εμμένοντας στο επιμέρους δεν προάγει το γίγνεσθαι του ανθρώπου, αλλά το διασπά.

Οι επιμέρους λόγοι όταν επεξεργάζονται χωριστά από τον φιλοσοφικό λόγο, ήτοι τον λόγο που ασχολείται με τις λέξεις πρωτίστου τάξεως, εγκαθιστούν μία διπολική σχέση με την πραγματικότητα, (όπου ο ένας πόλος είναι το υποκείμενο, ας πούμε ο επιστήμων, π.χ. γιατρός, και ο άλλος το αντικείμενο, π.χ. η ιατρική) και έτσι στερούνται του ρήματος, άρα, και του απολύτου, (εφόσον το ρήμα, όντας ο τύπος της τριαδικότητας, ολοκληρώνει την πρόταση και την οδηγεί στο απόλυτο).

Το ρήμα είναι ο τύπος της τριαδικότητας από την άποψη ότι μέσω αυτού η τριαδικότητα διατυπώνεται ως η σχέση των δύο μερών της πρότασης, του υποκειμένου και του αντικειμένου, προς κάτι το τρίτο, το γίγνεσθαι.

Το ρήμα είναι το ποιητικά μέγιστο μέρος της πρότασης, μέσω του οποίου αυτή ανοίγεται στο απόλυτο και στις λέξεις που το κυριολεκτούν. Το ρήμα δείχνοντας τη σχέση, (του υποκειμένου με το αντικείμενο), υπομιμνήσκει το απόλυτο ως την τέλεια σχέση που είναι και μας δίνει, έτσι, ένα υπό-δειγμα της κυριολεξίας του.

Ο επιμέρους λόγος ονομάζει τη σχέση των μερών μεταξύ τους και όχι του μέρους με το όλον, (όπως κάνει ο φιλοσοφικός). Τα ρήματα του δεν υπομιμνήσκουν άμεσα το απόλυτο, αλλά το υπαινίσσονται έμμεσα, ακριβώς επειδή δεν συναρτούν το μέσον με το σκοπό του, αλλά εξετάζουν την σχέση των μέσων μεταξύ τους. Εμμένοντας, όμως, στην εμμεσότητα, τα ρήματά του επιμέρους λόγου, εξασθενίζουν και μόλις που θυμίζουν αχνά την καταγωγή τους από την τριαδικότητα: χωρίς τον αγωγό της φιλοσοφίας αποκόβονται από τη ροή του γίγνεσθαι που θα τα δυνάμωνε.

Κατά μία έννοια η φιλοσοφία είναι το ρήμα-ροή που άγει τον επιμέρους λόγο, ως υποκείμενο, στο αντικείμενο του, την ολότητα και το απόλυτο. Υπ' αυτήν την έννοια είναι που λέμε ότι όταν ο επιμέρους λόγος αναπτύσσεται χωριστά της φιλοσοφίας στερείται του ρήματός του.

Η φιλοσοφία αναδεικνύοντας τη σχέση-ρήμα ανάμεσα στο ειδικό-επιμέρους και στο γενικό-όλον, παρέχει στον ειδικό-επιμέρους λόγο τις γενικές έννοιες, (τις λέξεις πρωτίστου τάξεως), που τον βοηθούν στην εννόηση του γένους του. Εννοώντας το γένος του, ο ειδικός λόγος εννοεί και την κοινή καταγωγή του με τον λόγο κάθε άλλης ειδικότητας κι έτσι μπορεί να συνδιαλλαχθεί μαζί του εντός της κοινότητας.

Χωρίς ρήμα δεν υπάρχει γίγνεσθαι και οι επιμέρους λόγοι στερούμενοι εκείνων των λέξεων που τους φέρνουν σε επαφή με το όλον, χάνουν την επαφή με το ρεύμα του ανθρώπινου γίγνεσθαι που θα τους ένωνε σε μια κοινή κατεύθυνση υπέρ της προόδου. Όσο και αν πολλαπλασιάζουν τις λέξεις τους ως προς εαυτόν, (και όχι ως προς τον άλλο), δεν καταφέρνουν τίποτε περισσότερο από το να περιχαρακωθούν με ακόμη υψηλότερα τείχη, στα οποία εγκλωβίζεται η ανθρώπινη σκέψη.

Αν υπάρχει κάποιος λόγος που συνέχει το μέρος με το όλον, συγκρατεί το σχετικό στη συνάρτησή του με το απόλυτο και φρενάρει την εκβιαστική γενίκευση του εγώ σε εγωισμό, αυτός είναι ο φιλοσοφικός λόγος. Το αντικείμενό του δεν επιμερίζεται σε κάτι το ειδικό, αλλά είναι το όλον. Οι λέξεις που χειρίζεται είναι οι λέξεις πρωτίστου τάξεως, τουτέστιν αυτές που κυριολεκτούν την τριαδικότητα και ανοίγουν τη νόηση στη σύλληψη της ροής του γίγνεσθαι° είναι οι λέξεις γένους, οι γενικές έννοιες.

Χωρίς το γενικό και τον συντονισμό του με αυτό, το ειδικό εκτρέπεται στην υπερβολή και χάνει το μέτρο και τον ρυθμό του. Η φιλοσοφία, ως λόγος του γενικού, είναι ο τόνος που πρέπει να ακολουθεί κάθε όργανο λόγου προκειμένου να είναι συντονισμένο στη συμφωνία της ενότητας.

Ο διαχωρισμός κάποιων ατόμων από την κοινότητα και η εξουσιαστική επιβολή τους πάνω στο σύνολο καθίσταται δυνατή επειδή ο γενικός λόγος της φιλοσοφίας αδυνατεί να τεθεί κεντρικά και παραμερίζεται από τον ειδικό. Η αναδυόμενη σήμερα παγκόσμια επικράτηση των ολιγοπωλίων εκμεταλλεύεται την ελαχιστοποίηση του γενικού λόγου και τη μεγέθυνση του ειδικού για να εδραιωθεί χωρίς σοβαρές αντιστάσεις.

Ενώ το εργαλείο του γενικού λόγου μάς έχει δοθεί από το παρελθόν ως το πλεόνασμα των τότε ημερών του, όταν εμείς δεν το χρησιμοποιούμε για να προοδεύσουμε, αλλά το αφήνουμε σε κάποιους ειδικούς, αυτός χάνει τη γενικότητά του και αχρηστεύεται σαν μέσο αντίστασης στους εξουσιαστές.

Ο καθένας έχει στα χέρια του το βασικό εργαλείο του γενικού λόγου, (για αυτό λέγεται και γενικός). Σχεδόν όλες οι φιλοσοφικές λέξεις είναι στη διάθεση του και δεν χρειάζεται ακαδημαϊκή παιδεία για να τις μάθει. Οι λέξεις "αλήθεια", "καλό", "δίκαιο" κ.λ.π. έχουν κληρονομηθεί σε όλους. Δεν είναι σαν τις εξειδικευμένες που χρειάζονται μακρόχρονες σπουδές για να μαθευτούν. Αρκεί να διεκδικήσεις τα δικαιώματα σου πάνω σ' αυτήν την κληρονομιά, (τα οποία κανείς δεν μπορεί να σου τα στερήσει εκτός από εσένα τον ίδιο), για να γίνει όλη η φιλοσοφία δική σου.

40. H τεχνική της μεσολάβησης

Αυτό που κυρίως λείπει από τους ανθρώπους σήμερα δεν είναι τα μέσα, αλλά το ενδιάμεσό τους. Ενώ ο καθένας μας έχει στη διάθεσή του, πέραν των μέσων που του παρέχει το σώμα του, ένα μεγάλο μέρος των εργαλείων που έχουν εντωμεταξύ κατασκευαστεί και γνωρίζει τη λειτουργία τους, αγνοεί πώς να τα διαθέσει σε ενωτική πράξη. Ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσά μας μάς προξενεί αμηχανία και δεν ξέρουμε πώς να τον γεφυρώσουμε.

Έχοντας διαπαιδαγωγηθεί ανταγωνιστικά, δεν μάθαμε κάποια τεχνική που να μεσολαβεί ανάμεσά μας και να μας προξενεύει σε κοινωνία συν-ουσιαστική, δηλαδή να μας ενθαρρύνει να συνευρεθούμε ως προς την ουσία μας, ώστε με την ένωσή μας να παράγουμε νέες κοινωνικές μορφές που θα μας φέρουν πιο κοντά στην ολοκλήρωσή μας ως ανθρώπινα όντα. Η άγνοια προκαλεί φόβο και έτσι, αγνοώντας τον τρόπο που μπορούμε να συνευρεθούμε, δειλιάζουμε και υπαναχωρούμε στη μοναξιά μας.

Για να ξεθαρρέψει ο άνθρωπος πρέπει να αποκτήσει τη γνώση του ενδιάμεσου, πρέπει να μάθει την τεχνική της μεσολάβησης.

Τεχνική είναι το σύνολο των μεθόδων και κανόνων με τους οποίους γίνεται ένα έργο. Το έργο της παραγωγικής ενότητας υπακούει στους νόμους του γίγνεσθαι, η θεσμοθέτηση των οποίων μπορεί να παράσχει στον άνθρωπο έναν οδηγό για την ολοκλήρωσή του. Εφόσον κανείς μας δεν μπορεί να ολοκληρωθεί από μόνος του, χρειάζεται πριν απ’ όλα η συστηματοποίηση εκείνων των μεθόδων και κανόνων που διευκολύνουν τη συνεύρεση του ενός με έναν άλλο. Ο βασικός νόμος του γίγνεσθαι είναι ότι δεν μπορεί να παραχθεί τίποτε, αν πριν δύο κάτι δεν συνευρεθούν. Σε αυτό θα εξυπηρετούσε η τεχνική της μεσολάβησης.

Προφανώς δεν θα χρειαζόταν να συζητάμε για καμία τεχνική και κανένα ενδιάμεσο, αν η αμεσότητα ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή, όμως, ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν ζει πια σε μία κατάσταση φυσικού αυθορμητισμού, αλλά έχει εντωμεταξύ συσσωρεύσει τόσα μέσα που η ορμή του να προσκρούει στην εμμεσότητα, η ανάπτυξη εκείνης της τεχνικής που θα του επιτρέψει να διαθέσει την ορμή-ροή του στο ρήμα του γίγνεσθαι, είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Στο παρελθόν μπορεί τον ρόλο του ενδιάμεσου να τον έπαιζαν οι διάφορες θρησκείες, αλλά η τεχνική της μεσολάβησής τους είναι πεπαλαιωμένη και δεν ανταποκρίνεται στην παρούσα συνθήκη του ανθρώπου.*

Σήμερα, τη θέση του ιερέα εξομολογητή την έχει πάρει ο ψυχολόγος, τα θρησκευτικά είδωλα είναι οι αστέρες των media, οι εκκλησίες είναι οι χώροι μαζικής διασκέδασης. Μπορούν, όμως, η μαζική διασκέδαση, τα media, οι ψυχολόγοι, κλπ., να συγκροτήσουν ένα ικανοποιητικό ενδιάμεσό μας; Όχι, και αυτό φαίνεται από την ίδια την πραγματικότητα. Το σύστημά τους είναι ανεπαρκές να καλύψει την απόσταση που μας χωρίζει και γι'αυτό συνοδεύεται με διάφορα υποκατάστατα, τα οποία "υποστηρίζουν" την έλλειψη μας, δίνοντας μας την ψευδαίσθηση της ενότητας. Είτε αυτά είναι διάφορες ουσίες ή διάφορες υποστηρικτικές θεραπείες, είτε διάφοροι άσχετοι "ισμοί" (οι οποίοι γενικεύουν αδικαιολόγητα τη σχετικότητά τους, προκειμένου να κατευνάσουν την αφόρητη μοναξιά των ατόμων που τους ενστερνίζονται), έχουν κοινό τους παρονομαστή την αμηχανία του σύγχρονου πολιτισμού μπροστά στο αίτημα της ενότητας.

Ενώ ο άνθρωπος στέκεται αμήχανος απέναντι στον συνάνθρωπο του και δεν ξέρει σε τι συνίσταται η μεταξύ τους ενότητα, (όπως και η ενότητα των δυό τους με την φύση), γνωρίζει τόσα πολλά επιμέρους πράγματα με την εξειδίκευση των επιστημών, ώστε να μην ξέρει πια πώς να τα συστήσει σε μία ενιαία επιστήμη που θα εξυπηρετούσε την ενότητά του, διότι η επιστήμη του ενιαίου, η φιλοσοφία, έχει μείνει πίσω.

Η φιλοσοφία, όντας εξ ορισμού ο λόγος του γενικού, θα έπρεπε κανονικά να παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αρθρώσει τον λόγο του ενδιάμεσου και να εξελίξει την τεχνική της μεσολάβησης. Οι κατά καιρούς φιλοσοφικές εργασίες παρήγαν ένα έργο που αν το συνεχίζαμε προσαρμόζοντας το στα δικά μας δεδομένα θα συνέβαλε καθοριστικά στην αναβάθμιση του μεσολαβητικού εργαλείου/μηχανισμού που θα μας έβγαζε από την αμηχανία μας.

Για να γίνει η αναβάθμιση και να επιτευχθεί μια σύγχρονη τεχνική της μεσολάβησης, είναι απαραίτητος ο συγχρονισμός του ενδιάμεσου λόγου με τα επιτεύγματα των επιμέρους λόγων και ο συντονισμός τους στο σήμερα. Επειδή για να γίνει αυτό πρέπει να συμψηφιστούν ένα πλήθος επιστημονικά δεδομένα, (όπου κάθε μέρα προστίθενται ακόμη περισσότερα), απαιτείται χρόνος, άρα και χρήμα.

Τη στιγμή που ξοδεύονται δισεκατομμύρια για την περαιτέρω ανάπτυξη εξειδικευμένων γνώσεων, τα κονδύλια που δίνονται για τη συνεύρεσή τους σε έναν κοινό λόγο και την ανάπτυξη της τεχνικής που θα προήγαγε την κοινότητά μας, εξαντλούνται στη χρηματοδότηση των εδρών της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, (που δείχνει να έχει εγκαταλείψει την έρευνα του γενικού απογοητευμένη από τις αποτυχίες της). Οι πόροι, που έχει στην διάθεση του ο άνθρωπος, μπορεί να είναι περιορισμένοι και όχι άπειροι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Είναι θέμα προτεραιοτήτων.

Είναι θέμα αξιολόγησης να δοθεί χρόνος και χρήμα για την ανάπτυξη της τεχνικής της μεσολάβησης και της παραγωγής του εν-δια-μεσου έργου, εκείνου που θα μας βοηθήσει να έρθουμε κοντά, τόσο μεταξύ μας, όσο και με τη φύση.


* Οι μυθολογίες των θρησκειών, (και όλες έχουν μια), δεν μπορούν να πείσουν στην πραγματικότητα πλέον κανέναν, γιατί έχουν προ πολλού ξεπεραστεί από την εξέλιξη του λόγου. Μόνον όσοι επιμένουν να αγνοούν αυτήν την εξέλιξη, προσποιούμενοι τους ανήξερους, μπορούν να υποκρίνονται πίστη στα παρωχημένα σχήματα των θρησκειών, αλλά αυτό δεν είναι πραγματική πίστη, παρά απομίμηση πίστης. Όσο φανατισμό και αν δείχνουν διάφοροι «πιστοί» για να κρύψουν την πραγματικότητα (και να κρυφτούν από αυτήν), το μόνο που καταφέρνουν είναι να φανερώσουν το κενό τους, που δυστυχώς μπορεί να καταστρέψει και όσους βάλουν στόχο τους.

41. H σταδιακή προσέγγιση

Δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη ο κόσμος να αλλάξει, ούτε μπορούμε να μεταβούμε σε μία πλέρια φυσική κατάσταση αρμονίας και τελειότητας ανοίγοντας απλώς μία πόρτα. Το πέρασμα μας προς τη φύση έχει φραχθεί από τόσες κατασκευές, που πρέπει πρώτα να τις μελετήσουμε προσεχτικά για να το διαβούμε με ασφάλεια Ο πολιτισμός μας δεν μπορεί να αναβαθμιστεί με ένα άλμα, διότι το τείχος που ορθώνεται ανάμεσά μας (και ανάμεσα σε εμάς και τη φύση), είναι τόσο ψηλό, που δεν μπορούμε να το υπερπηδήσουμε με μιας, χωρίς να γκρεμοτσακιστούμε.

Κάθε επαναστατική απόπειρα που δεν έλαβε υπόψη της τα εμπόδια που παρέμβαλλε η εκάστοτε πραγματικότητα στα όνειρά της και βιάστηκε να τα πραγματοποιήσει, σκόνταψε επάνω τους και ξύπνησε με νάρθηκα. Η βιασύνη είναι ο χειρότερος σύμβουλος της επαναστατικής προσπάθειας. Αν η υπομονετικότητα των ατόμων απέναντι στην εξουσία συντελεί σε έναν χαμηλό βαθμό πολιτισμού, η επαναστατική παραφορά, από την άλλη, δεν τον αναβαθμίζει ιδιαίτερα, εφόσον η ακράτειά της διαλύει το εγώ βιάζοντας το να συμμετέχει σε ένα ανώριμο εμείς, μιαν πρόωρη ενότητα.

Για να είναι αποτελεσματική η διάθεση όσων από εμάς αισθάνονται ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στην υφιστάμενη πραγματικότητα, και να καταφέρει από διάθεση να γίνει θέση, πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της αυτήν την πραγματικότητα. Μόνο το συναίσθημα της δυσφορίας για ό,τι στραβό συμβαίνει, δεν αρκεί να διατυπώσουμε εκείνες τις προτάσεις που θα εκφράσουν το ορθό, θα επεξεργαστούν τη δυνατότητα πραγματοποίησής του και θα πείσουν για την αναγκαιότητά του όσους διστάζουν.

Χωρίς φρόνηση, το πάθος παραλογίζεται και η προσ-πάθεια αποτυγχάνει. Η φρόνηση δίνει τον χρόνο στη σκέψη να συλλογιστεί την πραγματικότητα και να βρει τρόπο απεμπλοκής από τα αδιέξοδά της, ώστε να ανακουφίσει τη ψυχή από το πάθος της δυσφορίας και να δώσει θέση στην ευφορία.

Η επίδειξη φρόνησης δεν σημαίνει ότι το αίτημα της ολοκλήρωσης πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά να προσεγγισθεί σταδιακά. Η ολοκλήρωση δεν μπορεί παρά να είναι πάντα ο οδηγός. Χωρίς αυτήν καμία κίνηση δεν ευφορείται (αφού δεν έχει κίνητρο), αλλά, και από την άλλη, καμία κίνηση δεν μπορεί να ευοδωθεί έξω από τις δυνατότητες που μάς δίνει η παρούσα συνθήκη μας.

Εκτός τόπου και χρόνου δεν υπάρχει κίνηση και η αυτόματη μετάβαση στην χώρα της τελείωσης δεν είναι παρά μία παραίσθηση. Η συναίσθηση τής εδώ και τώρα πραγματικότητας δεν σημαίνει τη μετάθεση του αιτήματος της ολοκλήρωσης στο αύριο, αλλά την ανάγκη να συντεθεί ασφαλώς στο σήμερα.

Σήμερα ιδιαίτερα, είμαστε τόσο παγιδευμένοι από ένα τόσο περίπλοκο δίκτυο τεχνικών κυκλωμάτων, που για να αποδεσμευτούμε, χρειάζεται οπωσδήποτε η τεχνική της μεσολάβησης που θα μελετήσει το ενδιάμεσο αυτών των κυκλωμάτων και θα μας βγάλει από τον γρίφο τους, για να μας ανοίξει στο αίνιγμα του κόσμου.

42. Oι αντιστάσεις


Η τεχνική της μεσολάβησης επιβάλλεται από το γεγονός ότι δεν ζούμε σε μία κατάσταση αμεσότητας, ούτε γίνεται να περάσουμε αυτόματα σε αυτήν, αλλά αυτό που μπορούμε είναι να την προσεγγίσουμε σταδιακά ακολουθώντας μιαν πορεία σύγκλισης της θέσης με τη φύση μας και ξεπερνώντας τις αντιστάσεις που συναντούμε καθοδόν.

Η σταδιακή προσέγγιση επιτυγχάνεται με τη συνεχή διεύρυνση των ορίων της ύπαρξής μας (της θέσης μας) μέχρι να καλύψουν όλο το εύρος τού είναι μας (της φύσης μας). Κάθε επιδίωξη της μεταφυσικής υπέρβασης των ορίων μας και της άμεσης ολοκλήρωσής μας, αγνοεί την πραγματικότητά τους και ως εκ τούτου είναι άγονη, αφού δεν έρχεται σε επαφή με κάτι το υπάρχον, αλλά αυνανίζεται με τις φαντασιώσεις της. Μπορεί να είναι εύκολη η φαντασιακή ικανοποίηση γιατί δεν συναντάει αντίσταση, αλλά δεν παράγει τίποτε.

Η διεύρυνση των ορίων-μας καλεί τον καθένα ξεχωριστά στη μεγιστοποίησή του με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός του στην κατεύθυνση των αυθόρμητων προβολών του, όπως αυτές εκφράζονται μέσω της επιθυμίας. Πού βρίσκονται όμως τα προς επέκταση όρια και πως η επιθυμία μπορεί να μας τα δείξει;

Αυτό που υποδεικνύει στο άτομο πού βρίσκεται το μέγιστο του, είναι το σημείο στο οποίο η επιθυμία του αγγίζει τα όρια του και συναντάει τη μέγιστη δυνατή αντίσταση. Ακριβώς στο σημείο που η ροή του προς τον άλλο εμποδίζεται, εκεί δηλαδή που το ρήμα του αδυνατεί να εκφραστεί, εκεί βρίσκεται το όριο και ο ορισμός του.

Τα προς επέκταση όρια βρίσκονται εκεί όπου η εκάστοτε πραγματικότητα προβάλλει τη μεγαλύτερη αντίσταση στην πραγματοποίηση του κάθε ατόμου.*

Η αντίσταση, (όπως και η άρνηση), είναι κάτι το δεδομένο: αποτελεί το προϋπάρχον τι, το οποίο ξεπερνώντας έγινε το οτιδήποτε. Οτιδήποτε υπάρχει προϋποθέτει την αντίσταση που συνάντησε η ύπαρξή του° υπερνικώντας την, μπόρεσε να πάρει θέση και να σταθεί ως κάτι ξεχωριστό. Πίσω από κάθε μορφή βρίσκεται η δύναμη που την εμποδίζει να εκφραστεί σαν ξεχωριστή δυνατότητα τού Είναι και καμία μορφή δεν είναι δυνατή αν πριν δεν ξεπεράσει την αντίσταση της άμορφης ακόμη ύλης, που τη χρειάζεται για την υλοποίησή της.

* Ακριβώς επειδή η αντίσταση προκαλεί το γίγνεσθαι να αναμετρηθεί μαζί της, ο έρωτας, σαν η πλέον παραγωγική πράξη του γίγνεσθαι, εκδηλώνεται σε όλο του το μεγαλείο εκεί όπου του είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Η μεγαλύτερη ερωτική ένταση βρίσκεται στην πρόκληση της μέγιστης δυνατής αντίστασης.

Ο εραστής ή η ερωμένη αποκτούν αξία ανάλογη με την αντίσταση που προβάλλεται, (από τους ίδιους ή τον περίγυρό τους) στον εναγκαλισμό τους. Ο λόγος για αυτό δεν είναι κάποια αφύσικη ιδιοτροπία, αλλά η φυσική ροπή του κάθε ατόμου προς τα όριά του.

Αναζητώντας την κορύφωση του πάθους, η προσ-πάθεια μας τείνει προς το υψηλότερο δυνατό εμπόδιο. Η μέγιστη ικανοποίηση βρίσκεται εκεί όπου μοιάζει αδύνατη° έγκειται στα όρια των ικανοτήτων μας. Η αναζήτηση αυτής της ικανοποίησης προκαλεί τις ικανότητες στο παρά πέρα τους, στο επί πλέον προχώρημά τους.

43. O ορισμός των λέξεων

Όπως κάθε μορφή προϋποθέτει κάποιαν αντίσταση, την οποία ξεπερνώντας ορίζεται ως κάτι ξεχωριστό και αποκτάει τη διακεκριμένη ποιότητά της, έτσι και η μορφή τής κάθε λέξης μπορεί και δια-κρίνεται, (παρέχοντας συνάμα στην κρίση μας τη δυνατότητα να διακρίνει από το φόντο τής ενιαίας πραγματικότητας το πράγμα ή την πράξη που η λέξη ονομάζει), υπερνικώντας την αντίσταση που την εμποδίζει να εκφραστεί. Προβάλλοντας με τη σειρά της αντίσταση σε όποια λέξη την επιβουλεύεται, υπερασπίζεται τη διαφορά της.

Το διαφορικό των λέξεων δίνει στο όχημα του λόγου τη δυναμική του, τη δυναμική η οποία άγει τη δύναμη της σκέψης στο μέγιστο των δυνατοτήτων της.

Αν δεν ορίζαμε μέσω των λέξεων τη διαφορά των πραγμάτων, θα μέναμε κολλημένοι στο φόντο μιας αόριστης ζωγραφιάς, από την οποία δεν θα ξεχώριζε τίποτε, ούτε κι εμείς θα ήμασταν κάτι ξεχωριστό. Θα ζούσαμε ακόμη σε έναν βάλτο πρωτόγονων μορφών σαν αβέβαια αμφίβια.

Η πραγματικότητα είναι ενιαία και η ενότητα είναι το ζητούμενό μας, αλλά χωρίς το έν, δηλαδή χωρίς τη διακεκριμένη μονάδα, είναι αδύνατη η πράξη της ενότητας. Από την άλλη, το έν της μονάδας, όταν δεν εννοείται ως μέρος του ενιαίου και θεωρείται ως όλον καθεαυτό, ξεκόβει από την πραγματικότητα.

Όπως το κάθε τί που υπάρχει χαράσσει την ειδική μορφή του ξεχωρίζοντας το είδος του από την προϋπάρχουσά του αντίσταση, και αποκτάει διάρκεια συστήνοντας το είδος του σε πράξη γένους, (ενωνόμενο με το άλλο τί του), έτσι και η λέξη που το ονομάζει ορίζεται ως προς την αντίσταση που ξεπερνά και ως προς την σύσταση που πορεύεται.

Καθώς οι λέξεις παρακολουθούν τον τρόπο που οργανώνεται η πραγματικότητα, μας δίνουν την εικόνα της και μας δείχνουν πώς να προχωρήσουμε ανάμεσα στα πράγματα φτάνοντας ως εκεί που μπορούν να ονομάσουν.

Τα όρια της κίνησής μας βρίσκονται στα σύνορα του λόγου μας° πέραν αυτών η σκέψη μας μην καταφέρνοντας να διακρίνει κάτι, σταματάει, και η κάθε πράξη αδυνατεί. Στο σκοτάδι δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε βήμα και, εφόσον ο λόγος είναι ο τρόπος που το ανθρώπινο ον βλέπει και αναγνωρίζει την πραγματικότητα, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αν πριν δεν δούμε τη λέξη και δεν γνωρίσουμε τι βρίσκεται μπροστά μας.

Στην περίπτωση που οι ήδη ειπωμένες λέξεις δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον ορισμό τους, η γνώση μας συγκρατείται πριν από το ήδη γνωστό. Όταν δεν εξαντλούμε τις δυνατότητες των λέξεων, ο λόγος μας όχι μόνο δεν στέκεται στα σύνορα της γνώσης, αλλά υποχωρεί στην ενδοχώρα της προκατάληψης. Ενώ θα έπρεπε κανονικά να πάμε ακόμη πιο μπροστά, ξεπερνώντας την αντίσταση του ήδη ειπωμένου και βρίσκοντας τις νέες λέξεις που θα διευρύνουν τη γνώση μας και θα ωθήσουν την κίνησή μας παρά πέρα, εμείς, ομιλώντας ελλιπώς αυτό που ήδη έχει ειπωθεί, υφιστάμεθα μία επιπλέον έλλειψη, μία έλλειψη που δεν είναι αναγκαία εκ των πραγμάτων.

Οι μέχρι τώρα λέξεις συστηματοποιούν τον μέχρι τις μέρες μας λόγο. Ο τρόπος που συστήνονται έχει να κάνει με την αντίσταση που συναντά η κάθε μια τους στην προσπάθειά της να διακριθεί και ως προς την οποία αντίσταση αυτή πλεονάζει. Όταν τις διαβάζουμε εκτός του συστήματος των αντιστάσεων, χάνουν την ενέργεια της πλεονάζουσας δύναμής τους, και βουλιάζουν στην αοριστία.*

Ορίζοντας τις λέξεις πληρούμε τον ορισμό μας ως το έλλογο ον° συγχέοντας τες μπερδευόμαστε και χάνουμε τον προορισμό μας. Χωρίς τη διαύγεια του λόγου μένουμε καθηλωμένοι σε μία παράλογη έλλειψη, μία έλλειψη που ήδη έχει μιληθεί και γι'αυτό είναι παράλογο να τη δεχόμαστε, αφού, είναι μέσα στις δυνατότητές μας να την ξεπεράσουμε αρκεί να πούμε ξεκάθαρα τις λέξεις που την ονομάζουν.


* Αν, παραδείγματος χάρη, η λέξη "υπερβολή" δεν διαβάζεται ως υπερβάλλουσα της λέξης "αυτοσυγκράτηση", αλλά, αντί να ξεπερνάει την αντίσταση της αυτοσυγκράτησης, μένει κλειστή στον εαυτό της, (δηλαδή, αν διαβάζεται ως "υπερβολή" της "υπερβολής"), τότε στερείται δυναμικής, διότι πολύ απλά η υπερβολή της υπερβολής δεν συνιστά καμία διαφορά, άρα δεν φέρει και καμία επί πλέον δυνατότητα.

Έτσι, όταν λέμε ότι η υπερβολή είναι σημαντική στην ερωτική πράξη, (επειδή οι εραστές πρέπει να υπερβληθούν του εγώ τους για να δώσουν στο εμείς τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί), εννοούμε βέβαια την υπερβολή σε σχέση με την αντιστεκόμενη αυτοσυγκράτηση και όχι σε σχέση με τον εαυτό της, διότι τότε θα ήταν άσχετη ή μάλλον ακατάσχετη και δεν θα κατάφερνε τίποτε.

Με το ίδιο τρόπο ο έρωτας του έρωτα, ο έρωτας δηλαδή που δεν ξεπερνάει αυτό που του αντιστέκεται, σκορπίζει την ενέργεια του σε μία άγονη απροσδιοριστία και δεν παράγει τίποτε. (Ο "ερωτιάρης" διαφέρει του "ερωτικού" ως προς το ότι αναλίσκεται σε έναν αόριστο έρωτα, ενώ ο ερωτικός τον ορίζει συγκεκριμένα στο πρόσωπο που ποθεί και αναμετριέται με τις αντιστάσεις του.)

Το ανάλογο ισχύει με την αυτοσυγκράτηση. Η αυτοσυγκράτηση της αυτοσυγκράτησης, η αυτοσυγκράτηση δηλαδή που δεν αντιστέκεται στην υπερβολή, είναι μία στάση ανόητη και δεν λέει τίποτε° είναι μία άκυρη λέξη.

44. H τάξη του λόγου

Ο λόγος δεν είναι οργανωμένος τυχαία, ούτε και αποτελείται από ένα συνονθύλευμα περιστασιακών λέξεων. Η κάθε του λέξη αντιστοιχεί σε κάποιο πράγμα, (ή κάποια σχέση των πραγμάτων), και εφόσον τα πράγματα υπακούουν στην αυστηρή αναγκαιότητα της φύσης, το σύνολο των λέξεων συστοιχείται βάσει αυτής της φυσικής τάξης.

Αν ο λόγος δεν ονόμαζε το γεγονός της συστοιχίας των επιμέρους πραγμάτων εις όλον, αν απαρτιζόταν δηλαδή μόνο από τις λέξεις που τα ονομάζουν στοιχειωδώς και δεν περιείχε αυτές που αναφέρονται στις μεταξύ τους σχέσεις, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ασυνάρτητος. Επειδή, όμως, σήμερα έχουμε στη διάθεση μας ένα σύνολο λέξεων που ονομάζουν επαρκώς το όλον και αναφέρονται στις εκδηλώσεις του, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε την υστέρησή μας με την ανεπάρκεια του λόγου.

Η στέρησή μας δεν οφείλεται τόσο στην έλλειψη των μέσων, όσο στην ελλιπή χρήση τους. Αν και ο λόγος είναι το μέσον που μας υποδεικνύει πώς να βγούμε από την υφιστάμενή μας φτώχεια και να προσλάβουμε τον μέγιστο δυνατό πλούτο συστηνόμενοι προς αλλήλους και προς τη φύση, εμείς, επειδή δεν αναγνωρίζουμε την τάξη του συστήματός του, επιτρέπουμε μιαν αταξία αδικαιολόγητη, που υπονομεύει τις προσπάθειές μας.

Από τη στιγμή που ο λόγος μάς δίνει τη θέαση του όλου, συμπεριλαμβάνοντας τις λέξεις που προβάλλουν στη νόησή μας την εικόνα της ολοκλήρωσης, δίνει στην πράξη μας την προοπτική πραγματοποίησης της ολοκλήρωσής μας. Όταν αυτές οι λέξεις δεν κυριολεκτούνται, η όρασή μας στερείται του πλεονεκτήματός των και η κίνησή μας συγκρατείται σε ένα προηγούμενο στάδιο. Υποβιβάζοντας τη σημασία των λέξεων ανώτερης τάξης, αυτών που αναφέρονται στην ολότητα, υποβιβάζουμε τη συζήτηση σε ένα επίπεδο χαμηλότερο των δυνατοτήτων μας.

Το σύστημα του λόγου αρθρώνεται κλιμακωτά. Κάθε του κλίμακα αντιστοιχεί σε κάποιο στάδιο της πραγματικότητας.

Η πραγματικότητα μπορεί να είναι ενιαία, αλλά δεν είναι και α-διάφορη. Τα πράγματα, αν και κοινά ως προς το γένος τους, διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος και απαρτίζουν ομάδες διακριτές μεταξύ των. Σε κάθε στάδιο της πραγματικότητας συναντούμε και διαφορετικές ομάδες πραγμάτων. *

Έτσι και ο λόγος βαίνει κλιμακούμενος. Σε κάθε του κλίμακα συναντούμε ομάδες λέξεων ίδιου βαθμού συγγένειας προς την πραγματικότητα. Στην ανώτερη κλίμακά του βρίσκονται οι λέξεις πρώτου βαθμού, που ονομάζουν την πραγματικότητα αυτή καθ'αυτή και δηλώνουν την ταυτότητά της. Όσο κατεβαίνουμε προς τα κάτω, οι λέξεις επιμερίζονται και πληθαίνουν ονομάζοντας τις παραγωγικές πράξεις και τα παράγωγα πράγματα του γίγνεσθαι, όπου η θέση που κατέχουν στο γίγνεσθαι ορίζει και τον βαθμό της συγγένειάς τους.

Το γίγνεσθαι, βέβαια, έχει σαν προϋπόθεσή του το Είναι. Δεν μπορεί να γίνει τίποτε αν πριν δεν είναι κάτι από μόνο του, δηλαδή δεν μπορεί να συσταθεί με ένα δεύτερο και να γεννήσει κάποιο τρίτο, αν το ίδιο δεν υφίσταται ως μονάδα. Το Είναι ως προϋπόθεση του γίγνεσθαι ορίζει και την αντίσταση με την οποία αυτό καταγίνεται για να παράγει τις μορφές του

Οι λέξεις που ονομάζουν το Είναι είναι ανυπέρβλητες, επειδή αναφέρονται στην προϋπόθεση τού κάθε τι, τουτέστιν αναφέρονται στο όλον της αντίστασης και γι'αυτό καμία άλλη δεν μπορεί να τις ξεπεράσει. Από την άλλη, επειδή προβάλλουν τη μέγιστη δυνατή αντίσταση εμπερικλείουν και τη μέγιστη δυνατή ενέργεια.

Οι λέξεις που ονομάζουν το γίγνεσθαι έπονται κατά συνέπεια, αφού άλλωστε το αμέσως επόμενο τού Είναι είναι το γίγνεσθαί του.

Ακολουθούν οι λέξεις παράγωγα του γίγνεσθαι, αυτές δηλαδή που μιλούν για τα γεννήματά του.

Και έσχατες είναι αυτές που δεν έχουν καμία ενέργεια, αλλά δείχνουν την απουσία της: οι λέξεις του τίποτε.**

Ο λόγος, λοιπόν, εμπεριέχει μία τάξη που αν την αναγνωρίσουμε θα ξέρουμε καλύτερα πώς να τον χρησιμοποιούμε για την πρόσληψη του μέγιστου δυνατού νοήματος.

* Το πέρασμα από το ένα στάδιο στο άλλο δεν είναι πάντα συνεχές, αλλά η πραγματικότητα συχνά βαίνει κλιμακούμενη, δηλαδή ξεχύνεται σε καλούπια που παράγουν μορφές πρωτότυπες και χωρίς προηγούμενο. Αυτή η "ασυνέχεια" δεν παρατηρείται μόνο στα πράγματα, αλλά και στις πράξεις, πολλές από τις οποίες συμβαίνουν χωρίς προειδοποίηση. Είναι σαν κάτι να έχει προετοιμαστεί σιωπηλά και μια μέρα ξαφνικά, (φαινομενικά ξαφνικά, διότι κατ'ουσίαν έχει προετοιμαστεί), εμφανίζεται.

** Αν αυτές οι έσχατες μπαίνουν στη συζήτηση ταυτόχρονα με τις πρώτες, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι συγγενείς τους, αλλά επειδή δεν μπορούν να ορισθούν κατ'αρχήν ως προς τις δευτερεύουσες. Μόνο το Είναι μπορεί να εξ-ορίσει το μη-Είναι και ο τρόπος που το κάνει είναι με το γίγνεσθαί του. Έτσι οι λέξεις τού "τίποτε" εκπίπτουν από την πρώτη τάξη στη δεύτερη, η οποία με τη σειρά της τις διώχνει πιο κάτω στην τρίτη και αυτή τις απωθεί έξω από την τριαδικότητα, ως απόβλητά της.

Όταν οι λέξεις του "τίποτε" θέλουν να μπουν στο παιχνίδι του λόγου, ο πρώτος αντίπαλός τους είναι οι λέξεις του όλου, (οι λέξεις πρωτίστου τάξεως), οι οποίες όμως τις «πασάρουν» στις λέξεις του γίγνεσθαι και απαξιούν να παίξουν μαζί τους, διότι πολύ απλά αυτές δεν είναι παίκτες, αλλά ο ίδιος κανόνας του παιχνιδιού, (είναι αυτές που δι-αιτητεύουν και δεν σηκώνουν κανένα αίτημα - δίνουν το μέτρο του παντός με το οποίο το τίποτε δεν μπορεί να αναμετρηθεί). Αν παρεξηγούμε αυτές τις δύο ομάδες λέξεων ως αντίθετες, δεν κατανοούμε τον τρόπο διεξαγωγής του παιχνιδιού.

Στην πραγματικότητα αυτές που αποκρούουν τις λέξεις του κακού δεν είναι αυτές που σημαίνουν το καλό, αλλά αυτές που το πράττουν, (δηλαδή οι λέξεις ρήματα). Και κατόπιν, αυτές των πραγμάτων τις αποβάλλουν εκτός γηπέδου, αφού γεμίζοντας τον χώρο με την παρουσία των μορφών τους δεν επιτρέπουν στην απουσία να καταλάβει κάποια θέση εντός των ορίων του.

45. H θεραπεία του λόγου

Οτιδήποτε κάνουμε στηρίζεται στον λόγο. Πίσω από την πλέον ποταπή πράξη ως την πλέον μεγαλειώδη, βρίσκεται ο λόγος της. Ακόμη και ο χειρότερος εγκληματίας έχει κάτι να πει για το έγκλημα που έκανε° είτε αυτό λέει την αλήθεια, είτε όχι, σημασία έχει ότι κάτι πάντα λέγεται για ό,τι πράττουμε, διότι αν δεν μπορούσε να λεχθεί τίποτε για αυτό, δεν θα το κάναμε.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει λόγος για κάτι που κάνουμε, τότε αυτό μάς συμβαίνει άθελά μας.

Για το ακούσιο ενέργημα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, ούτε να αποδώσουμε ευθύνη σε κανέναν. Το προς συζήτηση, λοιπόν, θέμα βρίσκεται για τις εντός των ορίων του λόγου ενέργειες, δηλαδή για αυτές που μπορούν να ορισθούν, άρα και να συζητηθούν.

Επειδή ο μέχρι τώρα λόγος που οι περισσότεροι γνωρίζουν, ονομάζει επαρκώς τη σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα, πολλοί λίγοι μπορούν να επικαλεστούν άγνοια τής υφιστάμενης πραγματικότητάς μας. Η δυσφορία μας για αυτήν δεν είναι βουβή, έχει λόγο, και επειδή ακριβώς είναι προσδιορίσιμη, είναι και θεραπεύσιμη, αρκεί να το θέλουμε.

Αυτό που εμποδίζει τη θέληση είναι ο φόβος, αλλά εφόσον ο φόβος είναι προϊόν της άγνοιας, ο τρόπος να τον ξεπεράσουμε είναι η γνώση, τουτέστιν ο λόγος.

Από τη στιγμή που ο λόγος δίνει στη γνώση τα μέσα που χρειάζεται, δεν μας μένει παρά να τον μιλήσουμε ξεκάθαρα, δηλαδή να αναγνωρίσουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε μέσω των λέξεων.